Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι το 27% του πληθυσμού υποφέρει από κάποια ρευματική ή μυοσκελετική πάθηση, συμπεριλαμβανομένης της οσφυαλγίας, του πόνου στον αυχένα, των διαταραχών των άνω άκρων και των φλεγμονών των αρθρώσεων.

Με αφορμή την φετινή Παγκόσμια Ημέρα για την Αρθρίτιδα, που εορτάζεται την Τετάρτη 12 Οκτωβρίου, η Ελληνική Ρευματολογική Εταιρεία και η Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα εστιάζουν τις αναφορές τους στις αρνητικές επιπτώσεις που έχει η οικονομική κρίση στην υγεία των εργαζομένων που υποφέρουν από ρευματικές και μυοσκελετικές παθήσεις καθώς και στην αξία της κίνησης για την ποιότητα της ζωής τους.

Οι επιπτώσεις των ρευματικών και μυοσκελετικών παθήσεων δυσχεράνουν την ολοκλήρωση καθημερινών εργασιών, ωθώντας αρκετούς ανθρώπους να αφήσουν την εργασία τους ή ακόμη και τις καθημερινές ασχολίες τους, γράφει το in.gr.

Έρευνες Ελλήνων Ρευματολόγων δείχνουν ότι έως και 30% των ατόμων με αρθρίτιδες διστάζουν να αναφέρουν την πάθησή τους στους συναδέλφους και στους εργοδότες τους από το φόβο της διάκρισης και της απώλειας της εργασίας.

Η οικονομική κρίση προκαλεί πιέσεις στους Έλληνες εργοδότες και εργαζόμενους. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι οι Έλληνες δουλεύουν περισσότερες ώρες σε σχέση με τους Ευρωπαίους, γεγονός που μπορεί να αποβεί επιζήμιο για την υγεία, την ασφάλεια και την ευημερία τους.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα που αναφέρουν αναρρωτικές άδειες που σχετίζονται με προβλήματα υγείας. Μόνο το 14% αναφέρει απουσία λόγω προβλημάτων υγείας με τον ευρωπαϊκό μέσον όρο να ξεπερνά το 22%. Ένας λόγος για το χαμηλό ποσοστό απουσιών είναι ο φόβος των εργαζομένων να μη χάσουν τη δουλειά τους σε περίπτωση που δηλώσουν ασθένεια. Με τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, πολλοί διακινδυνεύουν την υγεία τους και συνεχίζουν να εργάζονται σε ακατάλληλο χώρο εργασίας.

Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, η πρόωρη συνταξιοδότηση επηρεάζει δυσμενώς την υγεία του ελληνικού πληθυσμού και μπορεί να αυξήσει τη θνησιμότητα. Όσοι συνταξιοδοτήθηκαν πρόωρα είχαν χειρότερη εξέλιξη της υγείας τους από εκείνους που συνέχισαν να εργάζονται.

Οι ρευματικές και οι μυοσκελετικές παθήσεις, όπως η οσφυαλγία, το αυχενικό σύνδρομο και οι φλεγμονώδεις αρθρίτιδες (ρευματοειδής αρθρίτιδα, αγκυλοποιητική, ψωριασική αρθρίτιδα) καθώς και η οστεοαρθρίτιδα, επηρεάζουν τους Έλληνες περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο χρόνιο πρόβλημα υγείας.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ελληνικής Ρευματολογικής Εταιρείας, στην Ελλάδα ζουν περίπου 100.000 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα με το 25% να σταματά να εργάζεται σε διάστημα 5 ετών. Επίσης υπάρχουν 25.000 ασθενείς, στην πλειοψηφία τους νεαροί άνδρες, με αγκυλοποιητική σπονδυλαρθρίτιδα ενώ περισσότερα από 2.000.000 άτομα της τρίτης ηλικίας υποφέρουν από οστεοαρθρίτιδα.

Η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση της παθήσεως από ειδικό Ρευματολόγο και η κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση αποτελούν προϋπόθεση για την καλή ποιότητα ζωής των ασθενών και την παραμονή τους στην εργασία.

Το κόστος θεραπείας των ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα, που λαμβάνουν βιολογικά φάρμακα στη χώρα μας ανέρχεται στα 12.000 ευρώ ανά ασθενή ετησίως ενώ συνολικά ξεπερνά τα 600 εκατ. ευρώ. «Είναι μεγάλη ανακούφιση για τους ασθενείς με ρευματολογικές και μυοσκελετικές παθήσεις η δυνατότητα που παρέχει το Υπουργείο Υγείας να συνεχίσουν να λαμβάνουν εξελιγμένες θεραπείες, καθιστώντας τους πιο λειτουργικούς και πιο μάχιμους στην εργασία» τόνισε ο πρόεδρος της ΕΛ.Ε.ΑΝ.Α., Δημήτρης Κασίμος, Ρευματολόγος στο 401 Γ.Σ.Ν.Α., και συμπλήρωσε «ωστόσο, ασκούμε εποικοδομητική κριτική με σκοπό τη βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης των ασθενών στο πλαίσιο του Εθνικού Συστήματος Υγείας και διεκδικούμε για τα άτομα με κινητικά προβλήματα ίσες ευκαιρίες για εργασία».