Στο «κόκκινο» βρίσκεται η αγωνία των καταθετών τον τελευταίο ενάµιση χρόνο, µετά τον αποκλεισµό του ελληνικού δηµοσίου και των τραπεζών από τις διεθνείς αγορές, λόγω του σοβαρού δηµοσιονοµικού προβλήµατος της χώρας.

Παρά την είσοδο της Ελλάδας στον µηχανισµό στήριξης ΕΕ - ∆ΝΤ και τη συµφωνία στη Σύνοδο Κορυφής του περασµένου καλοκαιριού για ένα δεύτερο πρόγραµµα ενίσχυσης, δόθηκε χώρος για τη διακίνηση φηµών περί επιστροφής στη δραχµή. Το αποτέλεσµα;

Καταθέτες συνωστίστηκαν αρκετές φορές στα γκισέ των τραπεζών, χωρίς λόγο όπως αποδείχθηκε ως σήµερα, προκειµένου να σώσουν τα χρήµατά τους από την πτώχευση. Οι τραπεζικές θυρίδες εµφανίζουν πλέον πληρότητα 100%, ενώ δεν είναι λίγοι οι καταθέτες που θεωρούν πιο ασφαλές να έχουν τα χρήµατά τους στο σπίτι τους παρά στην τράπεζα.

Όσοι πιστεύουν στην καταστροφή και δεν θέλουν να διατηρούν τις καταθέσεις τους στην Ελλάδα έχουν τις εξής εναλλακτικές επιλογές, που δημοσιεύονται στο «Βήμα της Κυριακής», καθεμία από τις οποίες έχει τα δικά της πλεονεκτήματα και κινδύνους.

1) Τραπεζικός λογαριασµός στο εξωτερικό

Για τη διαδικασία ανοίγµατος ενός λογαριασµού στο εξωτερικό απαιτείται η φυσική παρουσία στο τραπεζικό υποκατάστηµα της ξένης τράπεζας. Σύµφωνα µε την τυπική διαδικασία που προβλέπεται, ο υποψήφιος πελάτης θα πρέπει να έχει στην κατοχή του το διαβατήριό του. Από εκεί και πέρα, αν ο ενδιαφερόµενος διαµένει κάποιους µήνες του χρόνου στη χώρα, θα απαιτηθεί η προσκόµιση ενός λογαριασµού που να αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Αν είναι απλός επισκέπτης, η τράπεζα θα τον ρωτήσει για ποιον λόγο θέλει να µεταφέρει εκεί τα χρήµατά του. Αν ο ενδιαφερόµενος πείσει την τράπεζα ότι υφίσταται λόγος για τη µεταφορά των κεφαλαίων, προχωρεί στο άνοιγµα του λογαριασµού.

Σύµφωνα µε τραπεζικούς, συνήθως η πρώτη κατάθεση δεν επιτρέπεται να είναι µεγάλη και θα πρέπει να κυµαίνεται στα επίπεδα των 500 - 1.000 ευρώ. Ακολούθως ο πελάτης µπορεί να µεταφέρει µε τραπεζική επιταγή ή διεθνές έµβασµα τα χρήµατα που επιθυµεί στον νέο του λογαριασµό. Σηµειώνεται πάντως ότι όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι ιδιαίτερα αυστηρές στον έλεγχο της προέλευσης των κεφαλαίων που δέχονται. Ως εκ τούτου, µεγάλου ύψους καταθέσεις µπορεί να ελεγχθούν ως ύποπτες για ξέπλυµα «βρώµικου» χρήµατος. Παράλληλα, το υπουργείο Οικονοµικών µπορεί να ελέγξει, µετά την άρση του τραπεζικού απορρήτου που ισχύει µε τη νέα νοµοθεσία, τα χρήµατα που εξήλθαν της χώρας και να ζητήσει «πόθεν έσχες».

Ο καταθέτης καταβάλλει προµήθειες για τη µεταφορά των κεφαλαίων του, ενώ όταν θελήσει να τα επαναπατρίσει θα πρέπει εκ νέου να αποδείξει την προέλευσή τους. Επιπλέον, τα επιτόκια που λαµβάνει δεν έχουν καµία σχέση µε τα αντίστοιχα των προθεσµιακών καταθέσεων στην Ελλάδα, καθώς κινούνται στις περισσότερες περιπτώσεις σε επίπεδα κάτω του 1% στο Ταµιευτήριο και ως και το 1,5% στους «κλειστούς» λογαριασµούς έναντι αποδόσεων άνω του 4% στην Ελλάδα.

Το ρίσκο που παίρνει ο καταθέτης στην προκειµένη περίπτωση έχει να κάνει µε τη φερεγγυότητα της τράπεζας στην οποία τοποθέτησε τα χρήµατά του. Σηµειώνεται πάντως ότι σε όλες τις χώρες της ΕΕ ισχύει εγγύηση ως και 100.000 ευρώ ανά φυσικό πρόσωπο βάσει ευρωπαϊκής οδηγίας. Επιπλέον, σε περίπτωση που υπάρξει πρόβληµα µε τις καταθέσεις στην Ελλάδα, δεν είναι απίθανο οι ελληνικές αρχές να ζητήσουν από την ξένη τράπεζα να εφαρµόσει το ίδιο καθεστώς που θα ισχύει και στη χώρα µας, όπως π.χ. η δέσµευσή τους κατά ένα ποσοστό. Αν και δεν υπάρχει αυτόµατη διαδικασία που να προβλέπει κάτι τέτοιο, είναι πιθανό τα κεφάλαια που διατηρούνται στο εξωτερικό από εγχώριους καταθέτες να θεωρηθούν «ελληνικά», µε ό,τι αυτό συνεπάγεται.

2) Μεταφορά σε θυγατρική ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό

Οι έλληνες καταθέτες µπορούν εύκολα να ζητήσουν να µεταφέρουν τις αποταµιεύσεις τους σε κάποιο υποκατάστηµα ή θυγατρική ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό, όπως στην Κύπρο, στη Βρετανία ή στις χώρες της ευρύτερης περιοχής της ΝΑ Ευρώπης. Αυτό γίνεται µόνο µε την επίσκεψή τους στην τράπεζα στην Ελλάδα. Για τη µεταφορά των κεφαλαίων στο εξωτερικό ο καταθέτης πληρώνει προµήθεια για το έµβασµα που αποστέλλεται, ενώ για να τα χρησιµοποιήσει θα χρειαστεί η εκ νέου µεταφορά τους στην Ελλάδα, η οποία, εκτός του ότι κοστίζει, µπορεί και να καθυστερήσει. Το γεγονός ότι τα χρήµατα παραµένουν εντός του εγχώριου τραπεζικού συστήµατος, άσχετα από το αν βρίσκονται σε κάποιο υποκατάστηµα εκτός Ελλάδος, συνεπάγεται ότι κινδυνεύουν όσο και οι αποταµιεύσεις που διατηρούνται στη χώρα µας.

3) Αγορά ξένων οµολόγων

Πρόκειται για µια εναλλακτική λύση που αφορά κατά κύριο λόγο πελάτες που έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες private banking και personal banking των τραπεζών, µέσω των οποίων προσφέρονται περισσότερες επενδυτικές λύσεις. ∆ηλαδή απευθύνεται σε καταθέτες µε περιουσία τουλάχιστον 100.000 ευρώ. Με ελάχιστο ποσό τις 10.000 ευρώ µπορούν να αγοράσουν οµόλογα µε εκδότη την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕΠ) ή το γερµανικό ∆ηµόσιο. Στην προκειµένη περίπτωση ο εκδότης είναι ο υπόχρεος έναντι του καταθέτη, ο οποίος, ό,τι και αν γίνει στην Ελλάδα, θα του επιστρέψει τα χρήµατά του σε ευρώ.

Τα επιτόκια των «ασφαλών» ευρωπαϊκών οµολόγων είναι πολύ χαµηλά, ενώ για την αγοραπωλησία τους απαιτείται η πληρωµή προµήθειας. Επιπλέον, ο επενδυτής των οµολόγων έχει το ρίσκο ο εκδότης τους να χρεοκοπήσει και να µην επιστρέψει τα κεφάλαια που δανείστηκε στο 100%. Βέβαια ο κίνδυνος αυτός στην περίπτωση οµολόγων της ΕΤΕΠ ή της Γερµανίας είναι ο χαµηλότερος δυνατός για τη συγκεκριµένη κατηγορία επένδυσης. Ωστόσο, αν το οµόλογο δεν διακρατηθεί ως και τη λήξη του και ο κάτοχός του θέλει να το ρευστοποιήσει νωρίτερα, τότε υπάρχει ο κίνδυνος απώλειας µέρους του αρχικού κεφαλαίου.

4) Αγορά ξένων µετοχών

Ο επενδυτής µπορεί να αποκτήσει µετοχές εταιρειών που διαπραγµατεύονται σε ξένα χρηµατιστήρια, µέσω της υπηρεσίας private banking της τράπεζάς του ή µέσω ανεξάρτητων brokers και µεγάλων χρηµατιστηριακών εταιρειών που λειτουργούν στην Ελλάδα. Εφόσον διακρατεί τις µετοχές, ό,τι και αν γίνει στο ελληνικό τραπεζικό σύστηµα όταν αποφασίσει να τις πουλήσει στο ξένο χρηµατιστήριο, το σίγουρο είναι ότι θα λάβει ευρώ. Βέβαια, θα πρέπει να γνωρίζει ότι η αγορά µετοχών συνεπάγεται το ρίσκο απώλειας µέρους του αρχικού κεφαλαίου, αλλά και την καταβολή προµηθειών για την αγοραπωλησία τους.



5) Αγορά αµοιβαίων κεφαλαίων

Η επένδυση σε ξένα οµόλογα ή µετοχές µπορεί να γίνει και µέσω των αµοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία επενδύουν το µεγαλύτερο µέρος του ενεργητικού τους στις αντίστοιχες αξίες. Με τον τρόπο αυτόν ο επενδυτής µπορεί υπό προϋποθέσεις να αυξήσει τα κεφάλαιά του ποντάροντας στην πορεία των διεθνών αγορών. Το γεγονός ότι τα αµοιβαία κεφάλαια τα διαχειρίζονται θυγατρικές ελληνικών τραπεζών συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει προστασία σε περίπτωση προβλήµατος στο ελληνικό τραπεζικό σύστηµα, παρά το γεγονός ότι τα κεφάλαια επενδύονται σε ξένες αξίες.

Επιπλέον, αγοράζοντας αµοιβαία κεφάλαια ο επενδυτής διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει µέρος των κεφαλαίων του, αν οι επενδύσεις που επέλεξαν οι διαχειριστές τους δεν πάνε καλά.

6) Αγορά χρυσού

Το ασφαλές «καταφύγιο» των επενδυτών ήταν πάντοτε ο χρυσός.

Οι Ελληνες µπορούν να αγοράσουν χρυσές λίρες ή ράβδους χρυσού στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία διατηρεί επαρκή αποθέµατα. Ο χρυσός, ό,τι και αν γίνει µε το τραπεζικό σύστηµα, δεν θα επηρεαστεί καθώς οποτεδήποτε θα µπορεί να πουληθεί σε ευρώ. Εναλλακτικά, οι επενδυτές µπορούν να επενδύσουν σε προϊόντα που τοποθετούνται στον χρυσό και στα παράγωγά του και διατίθενται στην Ελλάδα µε εκδότες ξένες τράπεζες. Το µειονέκτηµα αυτής της λύσης είναι ότι η τιµή του χρυσού µεταβάλλεται σε καθηµερινή βάση. Ως εκ τούτου υπάρχει ο κίνδυνος απώλειας µέρους του αρχικού κεφαλαίου αν ο χρυσός ρευστοποιηθεί σε χαµηλότερη τιµή από αυτή στην οποία αγοράστηκε.