Βρετανοί επιστήμονες εντόπισαν μια πρωτεΐνη που λειτουργεί ως «διακόπτης» γονιμότητας και φαίνεται να αυξάνει την γονιμότητα αν τα επίπεδα της είναι υψηλά ή να «πυροδοτεί» την αποβολή του κυήματος, όταν τα επίπεδα της είναι χαμηλά.

Ερευνητές του Κολεγίου Ιμπέριαλ του Λονδίνου πήρν δείγματα από τα τοιχώματα της μήτρας περισσοτέρων από 100 γυναικών και όπως αναφέρει το επιστημονικό έντυπο Nature Medicine, διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες, που έπασχαν από αναιτιολόγητη υπογονιμότητα, είχαν υψηλά επίπεδα του ενζύμου SGK1, ενώ όσες είχαν ιστορικό αποβολής, είχαν χαμηλά επίπεδα του ενζύμου.

Αξίζει να σημειωθεί ότι περίπου μία στις έξι γυναίκες αντιμετωπίζει δυσκολία επίτευξης κύησης, και μία στις 100 που προσπαθεί να συλλάβει βιώνει επαναλαμβανόμενες αποβολές, δηλαδή απώλεια τριών ή και περισσότερων διαδοχικών κυημάτων.

Η ομάδα του Κολεγίου Ιμπέριαλ με επικεφαλής τον Δρ Τζαν Μπροσενς διενήργησε πειράματα σε ζωικά μοντέλα (ποντίκια) και διαπίστωσε ότι τα επίπεδα του ενζύμου SGK1 στα τοιχώματα της μήτρας φθίνουν κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής ηλικίας.

Όταν εμφύτευσαν αντίγραφα του γονιδίου SGK1 στα τοιχώματα της μήτρας των πειραματόζωων, τα ποντίκια δεν μπορούσαν να κυοφορήσουν.

Οι ερευνητές εξηγούν ότι η πτώση των επιπέδων του SGK1 είναι απαραίτητη προκειμένου η μήτρα να γίνει δεκτική στην διαδικασία εμφύτευσης του εμβρύου. Ωστόσο, αν τα επίπεδα παραμείνουν χαμηλά κατά τη διάρκεια της κύησης, αυτό μπορεί να συνεπάγεται άλλα προβλήματα.

Όταν οι επιστήμονες μπλόκαραν το γονίδιο SGK1, τα ποντίκια δεν αντιμετώπισαν δυσκολίες στην προσπάθεια επίτευξης κύησης, αλλά απέκτησαν μικρότερα νεογνά και είχαν ενδείξεις αιμορραγίας, γεγονός που σημαίνει ότι η έλλειψη του SGK1 καθιστούσε πιθανότερη την αποβολή.

Ο Δρ Μπροσενς που διευθύνει το Ινστιτούτο Αναπαραγωγικής και Αναπτυξιακής Βιολογίας στο Κολέγιο Ιμπέριαλ εξηγεί ότι «τα πειράματά μας σε ποντίκια δείχνουν ότι η προσωρινή απώλεια του SGK1 κατά το στάδιο της γονιμότητας είναι σημαντική για την εγκυμοσύνη, αλλά τα δείγματα ανθρώπινου ιστού δείχνουν ότι τα επίπεδα του ενζύμου παραμένουν υψηλά σε ορισμένες γυναίκες, που αντιμετωπίζουν δυσκολίες σύλληψης. Οραματίζομαι ότι στο μέλλον θα μπορούμε να διοχετεύουμε φάρμακα στα τοιχώματα της μήτρας που θα μπλοκάρουν το SGK1, πριν οι γυναίκες υποβληθούν σε θεραπεία εξωσωματικής γονιμοποίησης.»

Μετά την εμφύτευση του εμβρύου, το τοίχωμα της μήτρας αποκτά μια εξειδικευμένη δομή, που ονομάζεται μητρική βλεννώδης μεμβράνη, η οποία απορρίπτεται μετά τον τοκετό.

Οι ειδικοί εξηγούν ότι τα εργαστηριακά πειράματα έδειξαν ότι τα χαμηλά επίπεδα του ενζύμου μπορεί να εξασθενήσουν την ικανότητα των κυττάρων της μεμβράνης αυτής να αυτοπροστατευθούν από το οξειδωτικό στρες.

Ο Δρ Μαντχούρι Σάλκερ που επίσης συμμετείχε στην μελέτη σημειώνει ότι «τα χαμηλά επίπεδα του SGK1 καθιστούν το τοίχωμα της μήτρας ευάλωτο στο κυτταρικό στρες, γεγονός που εξηγεί γιατί τα χαμηλά επίπεδα του ενζύμου είναι συνηθέστερα σε γυναίκες με επαναλαμβανόμενες αποβολές. Στο μέλλον, ενδεχομένως να μπορούμε να κάνουμε βιοψίες σε δείγματα τοιχωμάτων της μήτρας για να εντοπίσουμε ανωμαλίες που μπορεί να σηματοδοτούν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών της κύησης, και έτσι να έχουμε την ευκαιρία της προληπτικής αγωγής, πριν την σύλληψη.»


(health.in.gr)