Τρείς φορές πάνω από τον εθνικό στόχο του 2020 ανεβάζουν τον «πύχη» για τα φωτοβολταικά που μπορεί να αντέξει το δίκτυο της ΔΕΗ, οι εκπρόσωποι του κλάδου, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να αναθεωρηθεί και από τα 2.200 να τοποθετηθεί στα 6.000 μεγαβάτ.

Επιχειρηματολογούν, δε, επικαλούμενοι μελέτη ακόμη και της ίδιας της ΔΕΗ, σύμφωνα με την οποία, το δίκτυό της αντέχει να σηκώσει 5.500 MW, χωρίς να απαιτούνται σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές, ενώ χαρακτηρίζουν τις κατά καιρούς εκτιμήσεις της πως αυτό είναι κορεσμένο ως αβάσιμες, αφού όπως λένε, κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται και στην πράξη.

Παρουσιάζοντας χθες τις θέσεις του στον Τύπο, ο σύνδεσμος των εταιρειών φωτοβολταικών, ανέφερε δια του προέδρου του Αλ. Ζαχαρίου ότι η αναθεώρηση του στόχου στα 6.000 MW κρίνεται επιβεβλημένη, με το σκεπτικό ότι μέχρι το 2014 θα έχει επιτευχθεί ο εθνικός στόχος για 1.500 MW, που σημαίνει ότι για την εξαετία 2014- 2020, θα απομένουν για να υλοποιηθεί ο στόχος του 2020 μόνο 700 ακόμη μεγαβάτ. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη ; Ότι τα εργοστάσια φωτοβολταικών που υπάρχουν στη χώρα μας, θα αναγκαστούν σε λίγα χρόνια από σήμερα να υπολειτουργούν ή και να κλείσουν, σε μια περίοδο μάλιστα που διεθνώς τα κόστη παραγωγής θα έχουν πέσει κατακόρυφα, και τα φωτοβολταικά θα ανταγωνίζονται ακόμη και τις συμβατικές μορφές ενέργειας (κάτι που υπολογίζεται να συμβεί γύρω στο 2015).

Κατά τα μέλη του ΣΕΦ, αν ο πύχης ανέβει στα 6.000 μεγαβάτ, από 1,5 με 2 δισ. ευρώ που είναι σήμερα οι επενδύσεις σε φωτοβολταικά πάρκα, θα μπορούσαν σταδιακά να φτάσουν στα 10 δισ. ευρώ ως το 2020, και από 16.800 που είναι οι άμεσες και έμμεσες σημερινές θέσεις εργασίας, να ανέλθουν στις 40.000 θέσεις μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Παράλληλα, τα μέλη του συνδέσμου επανέλαβαν τις παλαιότερες αιτιάσεις του κατά της ΔΕΗ για «αδικαιολόγητες καθυστερήσεις», καταλογίζοντάς της μεταξύ άλλων τη μη ανακοίνωση των ονομάτων όσων λαμβάνουν προσφορά σύνδεσης ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος από τους άλλους ενδιαφερόμενους, και τη μη τήρηση της υποχρέωσης που έχει να δίνει προσφορά σύνδεσης εντός 4μηνών από την υποβολή του σχετικού αιτήματος.

Ποιός όμως θα πληρώσει τα 6.000 μεγαβάτ ;

Ερωτηθέντες, ποιός θα πληρώσει όλ' αυτά τα 6.000 μεγαβάτ, οι άνθρωποι του ΣΕΦ υποστήριξαν πως αφενός θα πρέπει να αυξηθεί λίγο το Τέλος ΑΠΕ, αφετέρου να μειωθούν κατά 10% ετησίως οι εγγυημένες τιμές που απολαμβάνουν οι επενδυτές, αφού πλέον λόγω της προόδου της τεχνολογίας το κόστος των φωτοβολταικών πέφτει συνεχώς. Το ποσοστό αυτό του 10%, αν προστεθεί στην ούτως ή άλλως μείωση κατά 35% των εγγυημένων τιμών που είχαμε την τελευταία τριετία (μέσω της κατάργησης της επιδότησης από τον Αναπτυξιακό), και με δεδομένη την περαιτέρω πτώση του κόστους, τότε γύρω στο 2015 δεν θα υπάρχει πλέον λόγος ύπαρξης ενισχύσεων στα φωτοβολταικά.

Σχετικά με το Τέλος ΑΠΕ, οι του ΣΕΦ εκτιμούν ότι για να επιτευχθούν οι στόχοι των 5.500 MW, η επιβάρυνση του μέσου νοικοκυριού θα πρέπει να είναι 1,5 ευρώ το μήνα, από 0,60 ευρώ που είναι σήμερα. "Δεν είναι δηλαδή οι ΑΠΕ που θα αυξήσουν το κόστος του ρεύματος, αφού και χωρίς αυτές, τα τιμολόγια ρεύματος από το 2013 και μετά υπολογίζεται ότι θα αυξηθούν κατά 30%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ίδιας της ΔΕΗ", σημείωσε ο σύμβουλος σε θέματα στρατηγικής του ΣΕΦ, Στέλιος Ψωμάς. Κι αυτό, εξαιτίας των προστίμων από τους ρύπους που θα καταβάλει από το 2013 και μετά η ΔΕΗ και της ενσωμάτωσης στο κόστος παραγωγής της, του κόστους του λιγνίτη, που σήμερα είναι δωρεάν.

Οι εκπρόσωποι του κλάδου επανέλαβαν την άποψη, που ασπάζεται το σύνολο του χώρου των ΑΠΕ, ότι το συγκεκριμένο τέλος πρέπει να εξορθολογιστεί και να αλλάξει ο τρόπος υπολογισμού της χονδρικής τιμής του ρεύματος. Και αυτό, καθώς το τέλος ΑΠΕ καλύπτει τη διαφορά ανάμεσα στην τρέχουσα χονδρική τιμή του ρεύματος και τις εγγυημένες τιμές που χορηγεί η πολιτεία στους παραγωγούς.

Τι σημαίνει αυτό ; Ότι όσο μεγαλύτερη είναι η χονδρική τιμή, τόσο μικρότερο είναι και το Τέλος ΑΠΕ."Αλλά η χονδρική τιμή δεν υπολογίζεται σωστά και παραμένει τεχνητά χαμηλή, γιατί δεν περιλαμβάνει ούτε τα κόστη πρόσβασης στο λιγνίτη και στα νερά από τη ΔΕΗ, ούτε τα κόστη ρύπων των θερμικών μονάδων που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα. Στην ουσία, δηλαδή το Τέλος ΑΠΕ μεγεθύνεται τεχνητά, χωρίς αυτό να οφείλεται στις ΑΠΕ, και ένα μεγάλο μέρος απ' όσα πληρώνει ο καταναλωτής, στην ουσία επιδοτεί τους προμηθευτές. Διότι αν η χονδρική τιμή αντανακλούσε τα πραγματικά κόστη παραγωγής, θα ήταν υψηλότερη, και η διαφορά που θα καλούνταν να καλύψει το Τέλος ΑΠΕ, θα ήταν μικρότερη", σημείωσε ο Π. Σαρρής αντιπρόεδρος του συνδέσμου.

Βέβαια, αν η ΟΤΣ αυξηθεί, με δεδομένο ότι οδεύουμε αργά ή γρήγορα σε σύνδεση της χονδρικής τιμής με τη λιανική, αυτό μεταφράζεται σε αυξήσεις στα τιμολόγια για τους τελικούς καταναλωτές. Ούτως ή άλλως δηλαδή, όπως παραδέχονται και οι εκπρόσωποι του ΣΕΦ, τα επόμενα χρόνια, τα τιμολόγια θα αυξηθούν. Απλώς όπως σημειώνουν, δεν πρέπει γι' αυτό να ενοχοποιούνται οι ΑΠΕ, που φέρουν τη μικρότερη ίσως ευθύνη, σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα, εξαιτίας των οποίων και των προστίμων που θα πληρώνουν οι συμβατικοί παραγωγοί από το 2013 και μετά, οι αυξήσεις στα τιμολόγια θα είναι πολύ μεγάλες.