Η βιταμίνη D συμβάλλει στην απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου από τον οργανισμό και είναι απαραίτητη για γερά και δυνατά οστά.

Την πιο σημαντική και άμεσα διαθέσιμη πηγή βιταμίνης D αποτελεί η έκθεσή μας στον ήλιο, γι’ αυτό και είναι γνωστή και ως «η βιταμίνη της ηλιοφάνειας». Εξάλλου, η έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία είναι απαραίτητη για τη μετατροπή της βιταμίνης D στην ενεργό μορφή της.

Μέσω τις διατροφής την προσλαμβάνουμε από συγκεκριμένα τρόφιμα, όπως είναι τα λιπαρά ψάρια (σολομός, σκουμπρί, σαρδέλα, τόνος), τον κρόκο του αυγού, το συκώτι και εμπλουτισμένα τρόφιμα (γάλα, μαργαρίνη, δημητριακά). Η παράλληλη πρόσληψη λίπους συμβάλλει στην καλύτερη απορρόφησή της.

Η έλλειψη βιταμίνης D προκαλεί ραχίτιδα στα παιδιά και οστεομαλακία στους ενηλίκους. Τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D σχετίζονται με εύθραυστα οστά και την εκδήλωση οστεοπόρωσης, μελανώματος, διαβήτη τύπου Ι, καρδιαγγειακών παθήσεων, αυτοάνοσων νοσημάτων και διάφορων μορφών καρκίνου (προστάτη, μαστού κ.α.).

Αν και σε χώρες με αρκετή ηλιοφάνεια δεν θα έπρεπε να παρατηρούνται ελλείψεις, υπάρχουν αρκετές πληθυσμιακές ομάδες που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή. Στις ομάδες υψηλού κινδύνου ανήκουν οι ηλικιωμένοι, τα βρέφη και τα παιδιά, οι έγκυες και οι θηλάζουσες γυναίκες, οι ασθενείς με χρόνιες γαστρεντερικές και νευρολογικές παθήσεις καθώς και οι γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.

Παγωμένου Ελευθερία 
Διαιτολόγος – Διατροφολόγος
Βιογραφικό σημείωμα