Οι ανιχνευτές μετάλλων που χρησιμοποιούνται στα συστήματα ασφαλείας των αεροδρομίων ενδεχομένως να είναι τελικά ασφαλείς για τους ανθρώπους με βηματοδότη ή απινιδωτή, σύμφωνα με ευρωπαϊκή μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Annals of Internal Medicine.

Στο παρελθόν είχαν υπάρξει αναφορές ότι τα μαγνητικά πεδία, όπως αυτά που παράγονται από τους ανιχνευτές μετάλλων, παρεμβαίνουν στις συγκεκριμένες ιατρικές συσκευές, με αποτέλεσμα οι ασθενείς που επιθυμούσαν να ταξιδέψουν αεροπορικώς να ζητούν να υποβληθούν σε απλό σωματικό έλεγχο από το προσωπικό ασφαλείας.

Περίπου 700.000 άτομα παγκοσμίως με διαταραχές του καρδιακού ρυθμού υποβάλλονται ετησίως σε εμφύτευση απινιδωτή ή βηματοδότη.
 
«Η πλειοψηφία των συσκευών καρδιακού ρυθμού που ελέγξαμε δεν παρουσίασαν αστάθειες εξαιτίας των ανιχνευτών μετάλλων, που χρησιμοποιούνται στα αεροδρόμια. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι ο έλεγχος του επιβάτη με έναν κανονικό φορητό ανιχνευτή μετάλλων, είναι ασφαλής και δεν επηρεάζει τη λειτουργία του βηματοδότη ή του απινιδωτή», υπογραμμίζει ο Δρ Κλέμενς Τζιλεκ του Γερμανικού Καρδιολογικού Κέντρου του Μονάχου, μέλος της ερευνητικής ομάδας.
 
Παλαιότερη μελέτη είχε σχετίσει τις φορητές συσκευές MP3 και τα αντικλεπτικά συστήματα με προβλήματα στην λειτουργία των δύο συγκεκριμένων ιατρικών συσκευών. Για ασθενείς που δεν επιτυγχάνουν καρδιακό παλμό φυσιολογικά, ορισμένου είδους ισχυρή μαγνητική παρεμβολή, ενδεχομένως και να είναι μοιραία για τη ζωή τους.
 
Στην παρούσα μελέτη, οι Γερμανοί ερευνητές συνεργαζόμενοι με Έλληνες συναδέλφους τους (Γεώργιος Ανδρικόπουλος, Ιωάννης Ρασσιάς, Στυλιανός Τζέης και Γεώργιος Θεοδωράκης, διευθυντής του Καρδιολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου «Ερρίκος Ντυνάν») χρησιμοποίησαν δύο ανιχνευτές μετάλλων για 30 δευτερόλεπτα σε δείγμα 388 ατόμων με βηματοδότη ή απινιδωτή, που είχαν απευθυνθεί στα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων για έλεγχο ρουτίνας.
 
Ενώ οι επιστήμονες σάρωναν την περιοχή του δέρματος γύρω από την καρδιακή περιοχή του εθελοντή με τον φορητό ανιχνευτή μετάλλων, παράλληλα πραγματοποιούσαν και ηλεκτροκαρδιογράφημα για την πλήρη καταγραφή τυχόν μεταβολών στον καρδιακό παλμό. Επίσης ελέγχονταν και τυχόν προβλήματα προγραμματισμού των καρδιακών συσκευών.

Οι ανιχνευτές μετάλλων είχαν τεθεί στην ανώτερη δυνατή ισχύ, ενώ οι βηματοδότες προέρχονταν από 11 διαφορετικές εταιρείες και οι εμφυτεύσιμοι απινιδωτές από επτά εταιρείες, που αντιπροσώπευαν συνολικά το 75% των συσκευών που είναι διαθέσιμες σήμερα στην αγορά.

Κατά τη διάρκεια και μετά την ολοκλήρωση των πειραμάτων, οι ερευνητές δεν κατέγραψαν τίποτα το ασυνήθιστο.

Ο Δρ Τζιλεκ επισημαίνει ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει απαραιτήτως ότι οι ανιχνευτές μετάλλων μπορούν να χρησιμοποιούν και για τις περιπτώσεις ασθενών με άλλες καρδιολογικές συσκευές. Εξάλλου, τα τεστ έγιναν σε κλινικό περιβάλλον και όχι σε αεροδρόμια.
 
«Πάντως οι φέροντες βηματοδότη ή απινιδωτή μπορεί να είναι ήσυχοι και να μην διστάζουν να υποβληθούν σε έλεγχο με φορητό ανιχνευτή μετάλλων», τονίζει ο Δρ Τσαρλς Μπερουλ, επικεφαλής Καρδιολογίας στο Εθνικό Ιατρικό Κέντρων Παίδων της Ουάσιγκτον, στις ΗΠΑ.