Επίσημη έκθεση της αμερικανικής κυβέρνησης αναφέρει ότι η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας βασίζεται στη συστηματική και αυξανόμενη κλοπή τεχνολογίας των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων χωρών της Δύσης. Ακόμη, περιγράφει με ασυνήθιστη σαφήνεια αυτό που θεωρεί μια από τις μεγαλύτερες απειλές για τον θεμιτό εμπορικό ανταγωνισμό.

«Οι κινέζοι πράκτορες είναι οι πιο ενεργοί και επίμονοι παράγοντες οικονομικής κατασκοπείας στον κόσμο», τονίζεται στην έκθεση, που παρουσιάστηκε χθες στο Κογκρέσο. «Ιδιωτικές εταιρείες και ειδικοί του κυβερνοχώρου έχουν εντοπίσει την πηγή των επιθέσεων σε υπολογιστές που βρίσκονται στην Κίνα».

Οι κινεζικές υπηρεσίες κατασκοπείας, καθώς και ιδιωτικές εταιρείες και άλλα ιδρύματα της Κίνας, έχουν προσπαθήσει επανειλημμένα να χρησιμοποιήσουν κινέζους πολίτες ή άτομα με οικογενειακούς δεσμούς με τη χώρα για να κλέψουν μυστικά μέσω κινητών συσκευών ή της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, συνεχίζει η έκθεση. «Και οι επτά υποθέσεις που δικάστηκαν το 2010 με βάση τον Νόμο περί Οικονομικής Κατασκοπείας είχαν σχέση με την Κίνα».

Το έγγραφο αναφέρει επίσης τη Ρωσία ως τη δεύτερη χώρα που οι μυστικές της υπηρεσίες έχουν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες και έχουν διαθέσει πολλούς πόρους για να αποκτήσουν πρόσβαση στην αμερικανική τεχνολογία. Οι αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν επίσης τον κίνδυνο τα κλεμμένα μυστικά να φτάσουν στα χέρια πολιτικών και κοινωνικών ακτιβιστών, ή και ομάδων χάκερ όπως η WikiLeaks.

Οπως σημειώνει ο ανταποκριτής της ισπανικής εφημερίδας El Pais στην Ουάσινγκτον, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η οικονομική ζημιά που έχει προκαλέσει αυτό το είδος κατασκοπείας στις αμερικανικές επιχειρήσεις, αν και ορισμένοι ειδικοί υπολογίζουν ότι το 2009 χάθηκαν τουλάχιστον 50 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η έκθεση τονίζει ότι ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρετανία, έχουν εντοπίσει και αυτές ανάλογες δραστηριότητες από την Κίνα και τη Ρωσία, και έχουν καταγγείλει ζημιές δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων για την εθνική τους βιομηχανία.

Οι κυβερνήσεις της Κίνας και της Ρωσίας αρνούνται αυτές τις κατηγορίες, αν και έχουν παραδεχθεί ότι ορισμένες μεμονωμένες πρακτικές πειρατείας προέρχονται πράγματι από το έδαφός τους. Παρά ταύτα, αρνούνται να θεσπίσουν νόμους για να τις αντιμετωπίσουν.

Η έκθεση της αμερικανικής αντικατασκοπείας κλιμακώνει αυτή την πίεση και κατονομάζει κινέζους πολίτες που έδρασαν με άδεια, ή εν πάση περιπτώσει χωρίς την αντίθεση, των κινεζικών αρχών. Οι καταγγελίες αυτές ίσως να ανοίξουν ένα νέο μέτωπο στις διπλωματικές σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Κίνα, λίγες ημέρες πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση του Μπαράκ Ομπάμα με τον κινέζο ομόλογό του Χου Τζιντάο.

Η αμερικανική κυβέρνηση πιστεύει ότι η ανάπτυξη των συστημάτων επικοινωνίας και η ανάγκη των πολιτών για μεγαλύτερη διαφάνεια μετατρέπουν τον κίνδυνο της κατασκοπείας σε αυξανόμενη απειλή. «Η διάδοση κινητών συστημάτων για τη σύνδεση με το Internet και άλλα δίκτυα προσφέρει νέες ευκαιρίες για τη διάπραξη κατασκοπείας», τονίζεται στην έκθεση.