4 χρόνια πέρασαν από το ξημέρωμα της 5ης Νοεμβρίου 2007 και την αιματηρή ενέδρα που στήθηκε εναντίον των αστυνομικών δυνάμεων στα Ζωνιανά που μετείχαν σε επιχείρηση για τον εντοπισμό παράνομων δραστηριοτήτων.

Η δικογραφία που συντάχτηκε για το περιστατικό κάνει λόγο για σχέδιο αποτροπής, ακόμα και με διάπραξη ανθρωποκτονιών, της εισόδου αστυνομικών στα Ζωνιανά, , υπό το ενδεχόμενο επέκτασης των ερευνών και αποκάλυψης παράνομων και εγκληματικών δραστηριοτήτων".

Έπειτα από 4 χρόνια, εκκρεμεί η απόφαση της δικαιοσύνης για τις τυχόν ευθύνες αξιωματικών της ΕΛΑΣ όσον αφορά τον πλημμελή σχεδιασμό της επιχείρησης.

Από εκείνη την ημέρα όμως, έπαψε να ισχύει το "άβατο" των Ζωνιανών για τους αστυνομικούς , καθώς έλαβαν χώρα σειρά επιχειρήσεων της ΕΛ.ΑΣ για υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών, όπλων και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων

Δημοσίευμα που περιέγραφε την επιχείρηση

Οι 45 αστυνομικοί της Διεύθυνσης Ρεθύμνου και Ηρακλείου και των ΤΑΕ ήταν οπλισμένοι με υποπολυβόλα τύπου ΜΡ-5 και πιστόλια USR των 9 χιλ., ενώ ορισμένοι από τον ιδιωτικό τους οπλισμό, κυρίως 9άρια πιστόλια, και 38άρια περίστροφα Smith & Wesson.

Γνώριζαν ότι το ελαφρύτερο όπλο που θα είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν το ΑΚ-47 Kalashnikov - τα υπόλοιπα θα ήταν βαριά όπλα, αλλά και πολυβόλα ανατολικής προέλευσης. Για το λόγο αυτό, όλοι φορούσαν τα αλεξίσφαιρα γιλέκα τους, με ενισχυμένο υλικό, κυρίως πεπιεσμένο πλαστικό, επάνω από την κυρίως θωράκιση. Θεωρούσαν πως το πιο πιθανό ήταν να μην δώσουν μάχη -ως είθισται άλλωστε στα Ζωνιανά- καθώς είχε υπάρξει προσωπική επαφή και συνεννόηση της οικογένειας του καταζητούμενου με ανώτατο αξιωματικό της ΕΛ.ΑΣ.

Όμως, η Αστυνομία απέστειλε περισσότερες από τις αναμενόμενες δυνάμεις για μια απλή κατ? οίκον έρευνα. Η σοδειά ήταν ήδη απλωμένη στους μουσαμάδες για αποξήρανση, και το κομβόι των αστυνομικών βρισκόταν μια ανάσα από την πρώτη είσοδο της κοινότητας. Οι παράνομοι πίστεψαν πως οι αστυνομικοί δεν θα περιορίζονταν σε μια απλή κατ? οίκον έρευνα, αλλά θα προχωρούσαν σε ευρεία επιχείρηση. Αμέσως πήραν τα ΑΚ-47 ανά χείρας.

Η πρώτη γραμμή άμυνας των παρανόμων στήθηκε στη πρώτη είσοδο του χωριού. Στην ουσία, σε μια απότομη πλαγιά με πανοραμική θέα τον φιδίσιο δρόμο, από όπου ανέβαιναν τα τζιπ της Αστυνομίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αξιωματικών της ΕΛ.ΑΣ., στην επίθεση δεν πήραν μέρος περισσότεροι από δέκα άνθρωποι, οπλισμένοι με Καλάσνικοφ, ρωσικής κατασκευής, διαμετρήματος 7,62χ39 χιλ. Μάλιστα οι αστυνομικοί -που είχαν πια στα χέρια τους το συγκεκριμένο όπλο- βρήκαν ακόμα μεγάλη ποσότητα πυρομαχικών.

Οι περίπου δέκα παράνομοι Ζωνιανοί ήξεραν πως θα αντιμετωπίσουν γύρω στους 45 αστυνομικούς οπλισμένους με πολυβόλα ΜΡ-5. Αξιοποίησαν όμως το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Οι μισοί από τους παρανόμους ταμπουρώθηκαν στην κορυφή της πλαγιάς, κοντά στα σπίτια, ενώ οι υπόλοιποι έπιασαν τα παράθυρα σε συγκεκριμένες κατοικίες στις παρυφές του χωριού. Επρόκειτο δηλαδή για δύο ζώνες άμυνας. Η πρώτη, στο "φρύδι" της πλαγιάς, πίσω από τους βράχους, ενώ η δεύτερη ζώνη, στα παράθυρα και τις ταράτσες των σπιτιών, που στην ουσία θα ήταν η γραμμή πυρός σε ενδεχόμενη οπισθοχώρηση των συνεργών τους, στην περίπτωση αντίδρασης των αστυνομικών, ώστε με ασφάλεια να φύγουν από το χωριό και να ανέβουν στις σπηλιές του Ψηλορείτη.

Η αντεπίθεση

Η απάντηση της ΕΛ.ΑΣ θεωρήθηκε άμεση, αν και πολλοί ήταν εκείνοι που έκαναν λόγο για μια πρόχειρα στημένη επιχείρηση ανακατάληψης των Ζωνιανών, με την ημέρα και ώρα που θα πραγματοποιείτο η «γενική έφοδος» να έχουν διαρρεύσει στα ΜΜΕ. Την αμέσως επόμενη ημέρα, στην Κρήτη κατέφθασε μια ειδικά εκπαιδευμένη ομάδα της ΕΚΑΜ, αποτελούμενη από 45 άνδρες με πλήρη οπλισμό, και μια διμοιρία της ΥΑΤ (σ.σ.: ΜΑΤ), αποτελούμενη από 25 άνδρες με πλήρη εξάρτηση.

Οι δυνάμεις της ΕΚΑΜ ήταν οπλισμένες με τυφέκια G3 A3, ελαφρά πυροβόλα FN Fallow, ενώ έφεραν και τον ατομικό τους οπλισμό, αποτελούμενο από πιστόλια USP. Η διμοιρία των ΜΑΤ, εκτός από την κλασική εξάρτηση -γκλοπ, ασπίδα, δακρυγόνα χειρός, χειροβομβίδες κρότου-λάμψης και το υπηρεσιακό USP των 9 χιλ.- έφερε επιπλέον υποπολυβόλα, τύπου ΜΡ-5, ενώ ο επικεφαλής ήταν οπλισμένος με όπλο καταστολής που εκτοξεύει πλαστικά σφαιρίδια. Παράλληλα, δύο από την ομάδα έφεραν εκτοξευτή δακρυγόνων ξηράς κόνεως (σ.σ.: πιπερόριζα!), ενώ δύο από τους άνδρες των ΜΑΤ ήταν οπλισμένοι με τυφέκιο G3-A4.

Η πρώτη επιχειρησιακή σύσκεψη έγινε το βράδυ της Τρίτης, και σε αυτή κατατέθηκε η πρόταση να διεξαχθεί η επιχείρηση μέσα στη νύχτα. Ίσως για να τους «πιάσουν στον ύπνο». Οι πληροφορίες αναφέρουν πώς αντέδρασαν οι επικεφαλής των δυνάμεων που είχαν μεταφερθεί στο νησί, καθώς, όχι μόνο δεν γνώριζαν την περιοχή, αλλά δεν είχαν και ΧΑΡΤΕΣ. Ο μοναδικός χάρτης που υπήρχε ήταν ένας ασπρόμαυρος, και μάλιστα παλαιάς κοπής. Τελικά, η επιχείρηση αναβλήθηκε για το πρωί της Τετάρτης, πριν το ξημέρωμα.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, το σχέδιο που παρουσιάστηκε στους αστυνομικούς χαρακτηριζόταν από μια προχειρότητα, η οποία όμως ξεπεράστηκε λόγω της εμπειρίας των ανδρών της ΕΚΑΜ και των ΜΑΤ. Το σχέδιο, έτσι όπως αναλύθηκε στο θάλαμο επιχειρήσεων, προέβλεπε τα εξής: πριν ακόμα χαράξει, ελεύθεροι σκοπευτές θα κύκλωναν το χωριό ώστε το τελευταίο να βρίσκεται σε όλη του την έκταση στο οπτικό τους πεδίο, και παράλληλα θα λειτουργούσαν ως η πρώτη μονάδα πυρός που θα εξουδετέρωνε ενδεχόμενη απειλή από ένοπλους Ζωνιανούς.

Στη συνέχεια, λίγα λεπτά πριν ξημερώσει, η διμοιρία των ΜΑΤ αρχικά και αμέσως μετά άνδρες της ΕΚΑΜ και της Ασφάλειας, συνοδευόμενοι από τρεις εισαγγελείς, θα έμπαιναν στο χωριό. Την ίδια στιγμή, μαζί με τις δυνάμεις θα έκανε την εμφάνισή του και το θωρακισμένο όχημα της ΕΚΑΜ, το οποίο διαθέτει τον κατάλληλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό για τέτοιου είδους επιχείρηση. Δύο οχήματα αυτού του τύπου είχαν αγοραστεί λίγο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Η ετυμηγορία

Η δίκη των Ζωνιανών

Στο Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιά (η δίκη μεταφέρθηκε στον Πειραιά για λόγους ασφαλείας) παραπέμφθηκαν 41 κάτοικοι της περιοχής. Μετά από ακροαματική διαδικασία, η οποία κράτησε περίπου ένα χρόνο, 12 κρίθηκαν ένοχοι για συμμετοχή στην εγκληματική οργάνωση και τέσσερις καταδικάστηκαν για κατοχή μεγάλων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών. Δεκατρείς από τους κατηγορούμενους κρίθηκαν αθώοι για όλες τις πράξεις. Το δικαστήριο απάλλαξε και τις πέντε γυναίκες που κάθονταν στο εδώλιο. Μόνο ένας από τους κατηγορουμένους καταδικάστηκε για καλλιέργεια ινδικής κάνναβης, ενώ κανείς δεν καταδικάστηκε για "ξέπλυμα βρόμικου χρήματος".

Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα δεν έχουν ακόμα αποδοθεί οι όποιες ευθύνες αντιστοιχούν στους αξιωματικούς της ΕΛ.ΑΣ. που ήταν επικεφαλής της επιχείρησης.

Βασικός κατηγορούμενος είναι ο τότε αστυνομικός διευθυντής Κρήτης Αντώνης Βιτωράκης, ο οποίος δήλωνε «Ήμουν ο μόνος που δεν είχα σχέση με την Κρήτη και είδα μία αδράνεια απ? όλο το προσωπικό να κάνει το στοιχειώδες υπηρεσιακό του καθήκον» ανέφερε, θέλοντας να καταδείξει το προβληματικό καθεστώς αστυνόμευσης που επικρατούσε στην περιοχή.

Τρεις ανώτατοι αξιωματικοί έχουν παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη, κατηγορούμενοι για τον πλημμελή σχεδιασμό της επιχείρησης, ωστόσο η δίκη τους αναβλήθηκε για μια ακόμη φορά.