ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ που ανοίγει η συζήτηση για περιορισμό των ασφαλιστικών παροχών από το κράτος και ιδιαίτερα για αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης με μειώσεις στο ύψος των συντάξεων, πολλοί είναι εκείνοι που σπεύδουν να συνάψουν ιδιωτικά ασφαλιστήρια συμβόλαια προκειμένου να «χτίσουν» ένα μελλοντικό εισόδημα.

Οσοι προτίθενται να προχωρήσουν σε μία τέτοια κίνηση πρέπει να λάβουν υπόψη ορισμένες σημαντικές πληροφορίες, προκειμένου να νιώθουν διπλά σίγουροι για την επιλογή τους αυτή.

* Ασφάλιστρα: Το ύψος των ασφαλίστρων, πρέπει να βρίσκονται σε αντιστοιχία με τα εισοδήματα του υποψήφιου ασφαλισμένου. Και αυτό γιατί έχει παρατηρηθεί ότι ενώ πολλοί ξεκινούν «δυναμικά» τα πρώτα χρόνια καταβάλλοντας σημαντικά ποσά για το σκοπό αυτό, στη συνέχεια δεν έχουν τις οικονομικές αντοχές να υποστηρίξουν την επένδυσή τους με αποτέλεσμα στο τέλος να «σπάνε» τα συμβόλαιά τους. Μάλιστα, όσοι διακόπτουν τα συμβόλαια μέσα στην πρώτη τριετία δεν παίρνουν σχεδόν τίποτα πίσω από τα χρήματα που έχουν καταβάλει (καθώς αυτά έχουν κατευθυνθεί σε προμήθειες και έξοδα του συμβολαίου), ενώ σχεδόν πάντα χάνουν μέρος των χρημάτων τους όσοι τα «σπάνε» στο πρώτο μισό της συνολικής τους διάρκειας.

* Εγγυημένη απόδοση: Αυτή υπολογίζεται με το λεγόμενο τεχνικό επιτόκιο το οποίο είναι κοινό για όλες τις εταιρείες και καθορίζεται στο 3,5%. Σήμερα, όμως, στην ελληνική ασφαλιστική αγορά υπάρχουν εταιρείες που εμφανίζουν μεταξύ τους μεγάλες αποκλίσεις στις εγγυημένες αποδόσεις σε συμβόλαια, με κοινά όλα τα υπόλοιπα βασικά χαρακτηριστικά. Για παράδειγμα, σε έναν τριαντάχρονο που θέλει να αποταμιεύει 600 ευρώ το χρόνο επί 35 χρόνια (χωρίς αναπροσαρμογή ασφαλίστρου), μια εταιρεία προσφέρει στη λήξη εγγυημένη απόδοση 40.140 ευρώ (υπολογισμένη με το 3,5%), μια άλλη 31.600 ευρώ και μια τρίτη μόλις 26.000 ευρώ!

Οι αποκλίσεις αυτές οφείλονται στη λεγόμενη «τιμολόγηση» των προϊόντων από τις ίδιες τις εταιρείες και το πώς υπολογίζει η καθεμία τα κέρδη. Από το 1996, κάθε εταιρεία είναι ελεύθερη να καθορίζει ποια είναι τα ετήσια έξοδά της, ποιες οι προμήθειες κ.ο.κ. Οπως αναφέρθηκε και παραπάνω, όλες παρακρατούν τα τρία πρώτα χρόνια σημαντικά ποσά από τα ασφάλιστρα για να καλύψουν αυτά τα έξοδα. Τα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι κάποιες εταιρείες στα «κρυφά» κρατούν αμοιβές και τα επόμενα χρόνια.

* Αξιόπιστη εταιρεία: Τα «λουκέτα» ασφαλιστικών εταιρειών από τον κλάδο ζωής έδειξαν ότι υπάρχει ο κίνδυνος να μείνουν στον «αέρα» οι πελάτες μίας εταιρείας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ασφαλισμένων της Aspis, που εδώ και δύο χρόνια «ψάχνουν» τα 500 εκατ. ευρώ που είχαν επενδύσει στην εταιρεία. Πρόσφατα, νομοθετήθηκε η σύσταση Εγγυητικού Κεφαλαίου που θα καλύπτει ασφαλισμένους από «κανόνια» στον κλάδο ζωής. Ωστόσο, μέχρι αυτό να λειτουργήσει από τις εισφορές των υγιών εταιρειών και από τις εγγυήσεις του Δημοσίου, θα πάρει καιρό. Γι' αυτό, οι υποψήφιοι πελάτες πρέπει να είναι προσεχτικοί στην επιλογή της εταιρείας που θα εμπιστευτούν τα λεφτά τους.

enet.gr