Καινοτόμες εφαρμογές, που καθιστούν τα έντομα λιγότερο ανθεκτικά στα εντομοκτόνα, έχει αναπτύξει το εργαστήριο Μοριακής Εντομολογίας του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στο κουνούπι, που είναι ο μεγαλύτερος φορέας του Δάγγειου πυρετού, καθώς και στο αποκαλούμενο κουνούπι «τίγρη».

Όπως εξηγεί ο αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Γιάννης Βόντας, η αντιμετώπιση των βλαβερών εντόμων, όπως αυτά που μεταφέρουν ασθένειες στον άνθρωπο ή άλλα που προκαλούν προβλήματα στις γεωργικές καλλιέργειες, γίνεται κατά βάση με εντομοκτόνα. Ωστόσο, τα έντομα αναπτύσσουν γρήγορα ανθεκτικότητα σ’ αυτά.

«Το φαινόμενο είναι εντυπωσιακό, αφού σε πολλές περιπτώσεις απαιτείται έως και χιλιάδες φορές μεγαλύτερη ποσότητα εντομοκτόνου, προκειμένου να θανατωθεί ένας πληθυσμός ανθεκτικών εντόμων, σε σχέση με έναν ευαίσθητο. Το πρόβλημα έχει σοβαρές συνέπειες στην υγεία των ανθρώπων, τόσο άμεσα εξαιτίας της μη αποτελεσματικής καταπολέμησης των εντόμων-φορέων ασθενειών, όσο και έμμεσα, εξαιτίας της υπερβολικής χρήσης φαρμάκων στις καλλιέργειες και της ύπαρξης χημικών υπολειμμάτων στα τρόφιμα», εξηγεί ο καθηγητής.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλοι αρμόδιοι διεθνείς φορείς επεξεργάζονται τρόπους για τη δραστική μείωση ή και την απαγόρευση των εντομοκτόνων, αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι κάτι τέτοιο -χωρίς αξιόπιστες εναλλακτικές προτάσεις- θα λύσει προβλήματα ή θα δημιουργήσει περισσότερα, με δεδομένη την καθοριστική σημασία των εντομοκτόνων στην πρόληψη εντομομεταδιδόμενων ασθενειών και τη σημαντική συνεισφορά τους στη διατροφή του πληθυσμού της Γης.

Στο εργαστήριο Μοριακής Εντομολογίας του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, πρόσφατα, ταυτοποιήθηκαν ένζυμα εντόμων και ειδικότερα του κύριου φορέα του Δάγγειου πυρετού, του κουνουπιού Aedes aegypti και του αλευρώδη Bemisia tabaci, εντόμου που αποτελεί παγκοσμίως σημαντικό εχθρό των καλλιεργειών σε κηπευτικά και μεταφέρει ιώσεις σε φυτά. Τα συγκεκριμένα έντομα είναι ικανά να αποτοξικοποιούν ταχύτατα ορισμένα εντομοκτόνα, προσδίδοντας υψηλά επίπεδα ανθεκτικότητας.

«Η ερευνητική μας ομάδα, λοιπόν, αναπτύσσει μη τοξικούς -φιλικούς προς το περιβάλλον ενζυμικούς παρεμποδιστές, οι οποίοι ενσωματώνονται στα σκευάσματα και απενεργοποιούν τα ένζυμα ανθεκτικότητας, καθιστώντας τα έντομα εξαιρετικά ευαίσθητα σε πολύ μικρές ποσότητες εντομοκτόνων. Η χρήση των βελτιωμένων αυτών σκευασμάτων μπορεί να παρατείνει την αποτελεσματικότητα της χημικής καταπολέμησης των εντόμων με μικρές δόσεις εντομοκτόνων, τουλάχιστον μέχρι να αναπτυχθούν εναλλακτικές μέθοδοι αντιμετώπισης», διευκρινίζει ο κ.Βόντας.

Η έρευνα χρηματοδοτείται από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ), την Bayer, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ίδρυμα «Bill & Melinda Gates».

Τα αποτελέσματα του εργαστηρίου θα παρουσιαστούν αναλυτικά στο διεθνές συνέδριο, με θέμα «Γεωργικά φάρμακα στα τρόφιμα και στο περιβάλλον στις Μεσογειακές χώρες», που άρχισε την Τρίτη στη Θεσσαλονίκη, με διοργανωτές το Εργαστήριο γεωργικών φαρμάκων της Γεωπονικής σχολής του ΑΠΘ και την επιστημονική εταιρία «Mediterranean Group of Pesticide Research».