Ο καρκίνος του στόματος παραμένει ένα ιδιαίτερα δυσεπίλυτο ιατρικό πρόβλημα με όχι καλή πρόγνωση, η οποία μάλιστα συνεχίζει να είναι αμετάβλητη στο πέρασμα των χρόνων και αντιστέκεται στις μοντέρνες αντινεοπλασματικές θεραπείες.

Το στόμα και το πρόσωπο εμφανίζουν δύσκολη αποκατάσταση και τα σημάδια των ογκοχειρουργικών επεμβάσεων είναι μόνιμα εκτεθειμένα στην κοινή θέα και θυμίζουν τόσο τη νόσο, όσο και τα βιώματα της μακρόχρονης θεραπευτικής διαδικασίας, που είναι ιδιαίτερα επώδυνα.

Σήμερα ο καρκίνος του στόματος αντιπροσωπεύει το 5-6% των κακοήθων νεοπλασιών του οργανισμού και μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στο θάνατο, γιατί δεν γίνεται έγκαιρη διάγνωση, λόγω του ότι οι περισσότεροι ασθενείς αγνοούν την ύπαρξη τέτοιας μορφής καρκίνου. Κάθε χρόνο εμφανίζονται παγκοσμίως 300.000 νέα περιστατικά καρκίνου του στόματος.

Ένδειξη καρκίνου μπορεί να αποτελεί μια μικρή πληγή στο στόμα, που δεν πονάει ή ένας όγκος στη στοματική κοιλότητα, ο οποίος έχει την τάση να μεγαλώνει.

Σύμφωνα με εργασίες που παρουσιάζονται στο 31ο Πανελλήνιο Οδοντιατρικό Συνέδριο, η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του στόματος μπορεί να γίνει από τον οδοντίατρο και οδηγεί σε πιο εύκολη θεραπεία έως και ίαση. Αντίθετα, σε καθυστερημένη διάγνωση, το ποσοστό επιβίωσης μόλις φθάνει το 50%. Εξάλλου, ο οδοντίατρος, ως μέλος της πολυδύναμης ογκολογικής ομάδας θα πρέπει να γνωρίζει την θέση και τις ευαισθησίες κάθε συγκεκριμένου ασθενή, ώστε να βοηθά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την καθημερινότητα του ασθενή με καρκίνο του στόματος.

Ενοχοποιητικοί παράγοντες για τον καρκίνο του στόματος είναι χημικές ουσίες, τις οποίες προσλαμβάνει ο άνθρωπος είτε με τη διατροφή, είτε με το νερό, είτε με το κάπνισμα. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση του καρκίνου του στόματος στις γυναίκες επειδή υπάρχει αύξηση του αριθμού των καπνιστριών. Έτσι ενώ παλαιότερα η αναλογία στον καρκίνο του στόματος ανδρών/γυναικών ήταν 6-7/1 σήμερα είναι 4,5/1.

Σύμφωνα με στατιστικές μελέτες ο καρκίνος του στόματος έχει χαρακτηριστεί ως η «νόσος των φτωχών», καθώς τα περισσότερα κρούσματα εμφανίζονται στις πιο φτωχές πληθυσμιακές ομάδες που δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, αλλά και στη σωστή ενημέρωση.

Στις ανεπτυγμένες χώρες, Αμερική και Ευρώπη, ενώ το κάπνισμα και το αλκοόλ μειώνονται, αντίθετα στην Ασία και την Αφρική αυξάνεται και διαφοροποιείται, καθώς γίνεται ευρεία χρήση διαφορετικού τύπου καπνού, τον οποίο ουσιαστικά οι χρήστες μασούν μένοντας εκτεθειμένοι στις καρκινογόνες ουσίες.

Έτσι η συχνότητα εμφάνισης της νόσου στις χώρες αυτές είναι πολλαπλάσια, την ώρα μάλιστα που οι υπηρεσίες υγείας υστερούν σημαντικά, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις είναι ανύπαρκτες.


(health.in.gr)