Διπλάσιες επενδύσεις στην κατασκευή ηλεκτρικών δικτύων απαιτούνται από τα κράτη της ΕΕ, εάν θέλουν να αρχίσουν να παράγουν ηλεκτρισμό χαμηλής περιεκτικότητας σε διοξείδιο του άνθρακα έως τα μέσα του αιώνα, βάσει του οδικού χάρτη που έχει δημιουργήσει για το 2050, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επισημαίνει το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για το Κλίμα (ECF) σε έκθεσή του που δημοσιεύθηκε στις 7 Νοεμβρίου.

Βάσει του συγκεκριμένου "χάρτη", ο οποίος δημιοσιεύθηκε νωρίτερα αυτό το χρόνο, είναι απαραίτητη η επίτευξη 80%-95% μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 80%-95%, προκειμένου να αποφευχθούν οι επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

«Η ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει μια αξιόπιστο και επαρκές πλαίσιο πολιτικής, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η εφαρμογή των σημερινών σχεδίων και να κατευθυνθεί η απεξάρτηση από τον άνθρακα όσον αφορά στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας μετά το 2020» τονίζει η έκθεση του ECF.

Για να επιτευχθούν οι στόχοι του 2020, δηλαδή η μείωση του άνθρακα κατά 20% αλλά και η αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά 20%, τα κράτη μέλη πρέπει να αυξήσουν τις γραμμές μεταφοράς κατά 14% ή 42.000 χλμ με κόστος ύψους 628 δις ευρώ για την τρέχουσα δεκαετία.

Για τα επόμενα δέκα χρόνια. το κόστος ανεβαίνει στα 1,2 τρις ευρώ, αναφέρει η έκθεση του ECF.

Σε κάτι που χαρακτηρίζεται ως εκτυλισσόμενο σενάριο, με βάση την Ε.Ε να διαχειρίζεται πλήρως την εφαρμογή των σχεδίων της μέχρι το 2020 αλλά και την εφαρμογή των έργων μέχρι το 2030 (σε συμφωνία με στοχευμένες περικοπές των εκπομπών), προβλέπει ένα δείγμα δύναμης το 2030, αποτελούμενο στο 50% από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Το υπόλοιπο θα πρέπει να περιλαμβάνει 34% ορυκτά καύσιμα ,συν ένα επιπλέον 8% από την δέσμευση και αποθήκευση του άνθρακα και 17% πυρηνικά.

Τελειοποιώντας το δίκτυο είναι ζωτικής σημασίας η βελτιστοποίηση των διαθέσιμων ποσοτήτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, οι οποίες τείνουν να συγκεντρώνονται στις παρυφές της Ευρώπης.

Ενεργειακά ομόλογα

«Υπάρχει μια αυξανόμενη συναίνεση στο πλαίσιο της χρηματοοικονομικής κοινότητας ότι θα πρέπει να βρεθούν νέα μοντέλα χρηματοδότησης αυτής της μετάβασης, παράλληλα με τις υπάρχουσες προσεγγίσεις» αναφέρει η έκθεση.

Αν και τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας απαιτούν τεράστιες επενδύσεις, οι υποδομές φυσικού αερίου μπορούν να είναι διαθέσιμες μέχρι περίπου το 2040-με την προϋπόθεση οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις να έχουν προχωρήσει μέχρι το 2020-καθώς οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, παρά το φυσικό αέριο που εκπέμπει διοξείδιο του άνθρακα παρέχει την λύση για την μείωση των εκπομπών.

Μετά το 2030, η έκθεση διαπιστώνει ότι το φυσικό αέριο μπορεί να αποτελεί ένα «σημαντικό καύσιμο-προορισμός» εάν και εφόσον εμπορικά βιώσιμοι τρόποι μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα τεθούν σε εφαρμογή.

«Για να διατηρηθεί η επιλογή CCS [ δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα], τόσο για τις εγκαταστάσεις άνθρακα αλλά και αερίου, χρειάζεται να γίνουν πιο πολλά με σκοπό την τεχνολογική ανάπτυξη» τονίζει η έκθεση.