Γενετικές αναλύσεις που έγιναν σε άτομα που πάσχουν από κατάθλιψη και αποπειράθηκαν να αυτοκτονήσουν, αποκάλυψαν έναν γενετικό δείκτη που θα βοηθήσει τους γιατρούς να εντοπίζουν ασθενείς που κινδυνεύουν να αυτοκτονήσουν.

Η γενετική μετάλλαξη ήταν συχνότερη στα άτομα με κατάθλιψη που είχαν αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν συγκριτικά με ασθενείς χωρίς ανάλογο ιστορικό, γεγονός που σημαίνει ότι μπορούν εύκολα να εντοπιστούν εκείνοι που είναι πιο ευάλωτοι.

Το γονίδιο ανήκει σε μια ομάδα γονιδίων που στο μέλλον ίσως συντελέσουν στην διάγνωση των ατόμων με μείζονα κατάθλιψη, που χρειάζονται πιο στενή παρακολούθηση στο πλαίσιο της θεραπείας τους.

Ο Δρ Τζον Μαν επικεφαλής του Ψυχιατρικού Ινστιτούτου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης εξηγεί ότι «αν γνωρίζουμε προκαταβολικά ποιος είναι φορέας του γονιδίου της αυτοκτονίας, θα μπορούμε να αλλάξουμε την αγωγή. Ίσως να μπορούμε να ενημερώσουμε και το οικογενειακό περιβάλλον του ασθενή ώστε να τον προσέχουν περισσότερο, ή να υπενθυμίζουμε στον ίδιο τον πάσχοντα πόσο σημαντικό είναι να παίρνει τα φάρμακά του».

Αξίζει να σημειωθεί ότι παλαιότερες μελέτες που είχαν γίνει σε διδύμους και σε άτομα που είχαν μεγαλώσει με θετούς γονείς είχαν διαπιστώσει ότι κατά το ήμισυ ο κίνδυνος αυτοκτονίας αποδίδεται σε γενετικούς παράγοντες. Η κληρονομικότητα  της αυτοκτονίας μπορεί να εξηγήσει οικογενειακές τραγωδίες, όπως αυτές που συνέβησαν στον Έρνεστ Χέμινγκγουέι και τον Κέρτ Κομπέιν.

Οικογενειακή υπόθεση
Ο πατέρας του Χέμινγκγουέι αυτοκτόνησε το 1928. Ο ίδιος ο Έρνεστ αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει την άνοιξη του 1961 και τελικά αφαίρεσε τη ζωή του το καλοκαίρι του ίδιου έτους. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ίδιο τέλος είχαν δύο αδέλφια του καθώς και η εγγονή του.

Όμοια περίπτωση αποτελεί και η οικογένεια του Κέρτ Κομπέιν, δύο θείοι του οποίου αυτοκτόνησαν. Ο Κομπέιν εξάλλου πριν αυτοκτονήσει το 1994 είχε δηλώσει ότι αισθανόταν ότι είχε κληρονομήσει «γονίδια αυτοκτονίας».

Παρά τα ξεκάθαρα αυτά παραδείγματα ότι η αυτοκτονική συμπεριφορά μπορεί να είναι οικογενειακή υπόθεση, οι επιστήμονες έχουν δυσκολευθεί αρκετά να εντοπίσουν τα «ένοχα» γονίδια. Η δυσκολία είναι ως προς την διάκριση των γενετικών μεταλλάξεων που σχετίζονται με τον κίνδυνο αυτοκτονίας από εκείνα που θέτουν τα άτομα σε κίνδυνο εκδήλωσης κατάθλιψης.

Η μετάλλαξη στο γονίδιο RGS2
Στην μελέτη που παρουσίασε στο συνέδριο της Εταιρείας Νευροεπιστήμης στην Ουάσιγκτον, ο Δρ Μαν έκανε γενετικές εξετάσεις σε 412 άτομα καυκάσιας φυλετικής καταγωγής με μείζονα κατάθλιψη, 154 εκ των οποίων είχαν ήδη αποπειραθεί να αυτοκτονήσουν. Τα αποτελέσματα ανέδειξαν την ύπαρξη μετάλλαξης στο γονίδιο RGS2, που ήταν συχνότερη στα άτομα που είχαν προσπαθήσει να αφαιρέσουν τη ζωή τους. Το γονίδιο επηρεάζει την ανταπόκριση των υποδοχέων του σώματος σε χημικές ουσίες που εκκρίνονται από τα νευρικά κύτταρα.

Το 43% των πασχόντων από κατάθλιψη που είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει ήταν φορέας δύο αντιγράφων μιας συγκεκριμένης μετάλλαξης του γονιδίου RGS2, ενώ λιγότερο από το ένα πέμπτο του δείγματος είχε δύο αντίγραφα της «ασφαλέστερης» μετάλλαξης.

«Πρόκειται για μια ομάδα γονιδίων που συντελούν στην τάση για αυτοκτονία και αν μπορέσουμε να τα εντοπίσουμε, τότε η ομάδα αυτή θα αποτελέσει το διαγνωστικό εργαλείο για την εκτίμηση του κινδύνου αυτοκτονικής συμπεριφοράς σε ασθενείς με κατάθλιψη», εξηγεί ο Δρ Μαν με δηλώσεις του στην εφημερίδα Guardian.

«Οι πάσχοντες από κατάθλιψη αποτελούν την πλειοψηφία των περιπτώσεων αυτοκτονίας, αν και οι περισσότεροι ασθενείς δεν κάνουν ποτέ απόπειρα αυτοκτονίας. Ορισμένοι άνθρωποι είναι ευάλωτοι στην αυτοκτονικότητα και η ευπάθεια αυτή αποκαλύπτεται όταν εκδηλώνουν κατάθλιψη», καταλήγει ο ερευνητής.

health.in.gr