Ομόφωνα ενέκρινε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο την κήρυξη του αρχαιολογικού χώρου την περιοχή του όρους Βρύσινα, στο Ρέθυμνο της Κρήτης, μετά τις φετινές ανακαλύψεις, αποκορύφωμα των οποίων ήταν η σφραγίδα με την αρχαιότερη γραφή των μινωιτών, την ιερογλυφική. Ο νέος αρχαιολογικός χώρος θα καταλαμβάνει έκταση 672 στρεμμάτων.

Πρόκειται για το σημαντικότερο ιερό κορυφής της δυτικής Κρήτης, που λειτούργησε από την παλαιοανακτορική περίοδο (1900-1700 π. Χ) μέχρι και το τέλος της μινωικής εποχής (1450 - 1050 π. Χ.) και το οποίο έχει δώσει μέχρι σήμερα εξαιρετικά ευρήματα.

Μόνο φέτος, κατά την τελευταία ανασκαφική περίοδο, που πραγματοποιήθηκε στη βόρεια και βορειοανατολική πλαγιά από τις 4 έως τις 15 Ιουλίου 2011, εντοπίστηκαν σχεδόν 820 ειδώλια, ανθρωπόμορφα, γυναικεία και ανδρικά, ομοιώματα μελών του ανθρώπινου σώματος, αρκετά ζωόμορφα -ορισμένα από τα οποία μικρογραφικά- καθώς και σημαντική ποσότητα κεραμικής.

Το εύρημα όμως που εντυπωσίασε περισσότερο, ήταν μία λίθινη τετράπλευρη σφραγίδα από βαθυκόκκινο ίασπη, που φέρει και στις τέσσερις πλευρές της εγχάρακτα σημεία της μινωικής ιερογλυφικής γραφής, της αρχαιότερης γραφής των μινωιτών. Είναι η πρώτη φορά που η γραφή αυτή εμφανίζεται στη δυτική Κρήτη.

Στις ανασκαφές εντοπίστηκαν επίσης τμήματα πήλινων πλακιδίων με επίθετα ειδώλια πτηνών και διπλών κεράτων, καθώς και πολλά πήλινα σφαιρίδια.

Όλα τα παραπάνω ανακαλύφθηκαν φέτος στο τρίτο και μεγαλύτερο άνδηρο (ανάχωμα) του λόφου, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ανασκαφής του καθηγητή Κωστή Δαβάρα, εκεί όπου το 2010 οι αρχαιολόγοι βρήκαν κι άλλα σημαντικά αρχαία αντικείμενα, υποδηλώνοντας - για μια ακόμη φορά - τη σπουδαιότητα του χώρου: μετάλλινοι λατρευτές, χάλκινοι μικρογραφικοί πελέκεις, χάλκινα ομοιώματα εγχειριδίων, καθώς και λίθινα σκεύη, όπως ένα πιθανότατα αιγυπτιακό, δύο τράπεζες προσφορών από στεατίτη και δύο μικρές λοπάδες.

Οι ανασκαφές, που πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι, προχώρησαν και στα άλλα δύο άνδηρα του λόφου, στο μεσαίο και στο ψηλότερο, που φτάνει μέχρι την κορυφή των 858 μ., εκεί όπου δεσπόζει το εκκλησάκι του Αγίου Πνεύματος, κάτω και γύρω από το οποίο βρισκόταν το κέντρο του μινωικού ιερού.

Οι ανασκαφές, που ξεκίνησαν το 2004, διεξάγονται από την ΚΕ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων υπό την ευθύνη της αρχαιολόγου Ελένης Παπαδοπούλου, καθώς και από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης με την ευθύνη της καθηγήτριας Ίριδας Τζαχίλη.

 Ο νέος αρχαιολογικός χώρος θα καταλαμβάνει έκταση 672 στρέμματα.