Έκτακτη εισφορά και καταβολή τέλους ακινήτων πιέζουν δυσβάστακτα την ταμειακή ρευστότητα των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, γεγονός που αν συνδυαστεί με το κλείσιμο της «κάνουλας» της χρηματοδότησης από τη μεριά των ελληνικών τραπεζών, οδηγεί σε δυσοίωνες προβλέψεις για την πορεία του κλάδου, κατά μαρτυρία θεσμικών εκπροσώπων του.

Αναφερόμενος στην επιβολή του τέλους ακινήτων, ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης Αριστοτέλης Θωμόπουλος, υποστήριξε στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου για τη διεθνή έκθεση τουρισμού Philoxenia που αύριο ανοίγει τις πύλες της, ότι «ο κ. Βενιζέλος μας κορόιδεψε και επέλεξε να εξαιρέσει από το τέλος μόνο τους βιομηχάνους και βιοτέχνες και τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, παρά τις αρχικές δεσμεύσεις του υπουργού Οικονομικών ότι θα εξαιρεθούν τα ξενοδοχεία».

Σύμφωνα με τα μέλη του ξενοδοχειακού επιμελητηρίου Ελλάδος, η συγκεκριμένη επιβάρυνση, όπως αναφέρει η kathimerini.gr, αναλογεί ποσοστιαία στο 15% με 20% του τζίρου τους, με τα ξενοδοχεία της Αθήνας να υφίστανται την μεγαλύτερη πίεση, απόρροια και της μείωσης των εσόδων από την χαμηλή ελκυστικότητα του προορισμού σε σχέση με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων και πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Αθηνών και Αττικής, Γιάννης Ρέτσος, έχει τονίσει ότι μέχρι σήμερα έχουν παύσει τη λειτουργία τους δέκα ξενοδοχεία και πλέον οι αντοχές των επιχειρηματιών του κλάδου είναι περιορισμένες.

Την ακριβή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει τα ξενοδοχεία της Αθήνας φανερώνουν οι λογιστικοί πίνακες που δημοσίευσαν τα μεγαλύτερα ξενοδοχεία του προορισμού.

Το μεν Χίλτον στο εννεάμηνο εμφάνισε πτώση 66% στα κέρδη μετά από φόρους φτάνοντας τα 400.000 ευρώ, ενώ το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, κατά το μήνα Οκτώβριο, ως αποτέλεσμα των γεγονότων που σημειώθηκαν το τελευταίο διάστημα στην Πλατεία Συντάγματος, εμφάνισε μείωση εσόδων 41%.

Στο μεταξύ ήδη έχουν έλθει στα «χέρια» πολλών ξενοδόχων της Αθήνας οι λογαριασμοί με το ειδικό τέλος, το οποίο σε πολλές περιπτώσεις φτάνει και το μισό εκατομμύριο ευρώ. Αντίστοιχα ξενοδοχεία στη Ρόδο και την Κρήτη μικρής δυναμικότητας (30 έως 40 δωμάτια) καλούνται να πληρώσουν ποσά της τάξης των 15.000 ευρώ έως 20.000 ευρώ.