Τα μάτια μπορεί να είναι τα παράθυρα της ψυχής, ο αμφιβληστροειδής όμως είναι το παράθυρο του εγκεφάλου στον κόσμο. Οταν τραυματιστεί, η όραση απειλείται και μπορεί να χαθεί εάν το πρόβλημα δεν επιλυθεί αμέσως.

Ο αμφιβληστροειδής είναι ένας χιτώνας στο πίσω μέρος του ματιού που συγκεντρώνει το φως το οποίο διαθλάται από τον οφθαλμικό φακό. Εξειδικευμέναφωτοευαίσθητα κύτταρα που βρίσκονται πάνω του μετατρέπουν το φως σε νευρικά μηνύματα, τα οποία στη συνέχεια μεταδίδονται στον εγκέφαλο.

Στο κέντρο του αμφιβληστροειδούς βρίσκεται μια εξαιρετικά σημαντική περιοχή που ονομάζεται ωχρά κηλίδα και μας επιτρέπει να βλέπουμε ό,τι βρίσκεται ευθεία μπροστά μας – από τις λέξεις σε μια σελίδα ώς το πρόσωπο ενός ανθρώπου και την οθόνη του υπολογιστή.

Οταν περιοριστεί η ροή αίματος στον αμφιβληστροειδή ή όταν αυτός αποκολληθεί από το τοίχωμα του ματιού έχει ζωτική σημασία να γίνει αμέσως η διάγνωση, διότι οι σύγχρονες θεραπείες μπορούν να κάνουν θαύματα εάν εφαρμοστούν πριν καταστεί η βλάβη μη αναστρέψιμη. Οποιαδήποτε καθυστέρηση μπορεί να περιορίσει την ικανότητα και της πιο τέλειας θεραπείας να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει την όραση.

Αιμάτωση

Οπως συμβαίνει με όλους τους ιστούς του σώματος, έτσι και ο αμφιβληστροειδής εξαρτάται από τη συνεχή παροχή πλούσιου σε οξυγόνο αίματος. Εάν η τροφοδοσία αυτή διαταραχθεί, η όραση κινδυνεύει.

Η απόφραξη της φλέβας του αμφιβληστροειδούς αποτελεί συχνή αιτία απώλειας της όρασης, ιδίως στους ηλικιωμένους ενώ είναι η δεύτερη συχνότερη αγγειακή διαταραχή του αμφιβληστροειδούς πίσω από τη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, σύμφωνα με μία έκθεση που δημοσιεύθηκε πέρυσι στην «Ιατρική Επιθεώρηση της Νέας Αγγλίας» (NEJM).

Οταν η απόφραξη αφορά κάποιον κλάδο της φλέβας και όχι τον κεντρικό, είναι λιγότερο σοβαρή και στις μισές περιπτώσεις υποχωρεί μόνη της μέσα σε ένα εξάμηνο. Εάν απαιτηθεί θεραπεία, οι περισσότεροι – αν όχι όλοι – ασθενείς ανταποκρίνονται καλά στη θεραπεία με λέιζερ, σύμφωνα με την έκθεση.

Οταν η απόφραξη είναι κεντρική, μπορεί να προκληθεί διόγκωση της ωχράς κηλίδας και απώλεια της κεντρικής όρασης. Σε τέτοια περίπτωση γίνεται θεραπεία με ενέσεις στο μάτι, είτε με το φάρμακο ρανιμπιζουμάμπη είτε με στεροειδή.

Οι συγγραφείς της έκθεσης, δρ Τιεν Ι. Γουόνγκ από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης και δρ Ινγκριντ Σκοτ από το Κέντρο Οφθαλμού Hershey του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια, σημειώνουν ότι η απόφραξη της φλέβας του αμφιβληστροειδούς εκδηλώνεται σε 1 ή 2 ανθρώπους στους 100 στις ηλικίες άνω των 40 ετών – κυρίως εξαιτίας ενός θρόμβου αίματος ή της αρτηριοσκλήρυνσης που προκαλεί στένωση στη φλέβα.

Ο κύριος παράγοντας κινδύνου για την απόφραξη είναι η υπέρταση, συχνά όμως σχετίζεται με τον διαβήτη, τα αυξημένα επίπεδα λιπιδίων στο αίμα, το κάπνισμα, τη νεφροπάθεια και το γλαύκωμα.

Τυπικά, ο ασθενής παρουσιάζει αιφνίδια, ανώδυνη απώλεια της όρασης στο ένα μάτι. Η φύση και η έκταση της απώλειας εξαρτώνται από το πόσο μεγάλο τμήμα του αμφιβληστροειδούς επηρεάζεται από τη μειωμένη αιμάτωση, καθώς και το αν έχει προσβληθεί η ωχρά κηλίδα. Η διάγνωση γίνεται με κλινική εξέταση, αλλά συχνά εκτελείται και φλουραγγειογραφία για να αξιολογηθεί η σοβαρότητα του προβλήματος.

Αποκόλληση

Η αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς συμβαίνει ετησίως σε 18 ανθρώπους ανά 100.000. Είναι λιγότερο συχνή από την απόφραξη αλλά πιθανότερο να προκαλέσει μόνιμη απώλεια της όρασης εάν δεν αντιμετωπιστεί αμέσως. Οσο περισσότερο παραμένει αποκολλημένος ο αμφιβληστροειδής τόσο πιο δύσκολο είναι να αποκατασταθεί η όραση, συνεπώς ο ασθενής πρέπει να απευθύνεται αμέσως στον γιατρό.

Η αποκόλληση δεν προκαλεί πόνο, όμως έχει προειδοποιητικά συμπτώματα που εκδηλώνονται απότομα, συχνά πριν καν αρχίσει να αποκολλάται ο αμφιβληστροειδής: «μυγάκια» (ο πάσχων βλέπει τελίτσες ή λεπτές γραμμές σαν τον ιστό της αράχνης να «περνάνε» μπροστά από το οπτικό του πεδίο), φωτοψία (βλέπει σπινθηρισμούς ακόμα κι όταν τα μάτια του είναι κλειστά) ή σκίαση σε ένα τμήμα του οπτικού πεδίου.

Τα συμπτώματα αυτά αρχίζουν όταν δημιουργηθεί ρωγμή ή οπή στον αμφιβληστροειδή, που μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους (λ.χ. στο ότι λέπτυνε σε κάποιο σημείο του λόγω ηλικίας ή στο ότι αποκολλήθηκε στο πίσω μέρος του το υγρό που γεμίζει το εσωτερικό του ματιού) και να εξελιχθεί σε αποκόλληση. Οταν συμβεί η αποκόλληση, ο πάσχων χάνει την όρασή του είτε τμηματικά είτε ολοκληρωτικά,, ανάλογα με την έκτασή της.

Παράγοντες κινδύνου για αποκόλληση είναι η ηλικία, η μεγάλη μυωπία, το οικογενειακό ιστορικό αποκόλλησης, το προσωπικό ιστορικό αποκόλλησης, η επέμβαση καταρράκτη και οι σοβαροί τραυματισμοί στο μάτι κατά τον δρα Ντόναλντ Τζ. Ντ’Αμικο, επικεφαλής του Τμήματος Οφθαλμολογίας στο Ιατρικό Κολέγιο WeillCornell της Νέας Υόρκης.

Η αποκόλληση αντιμετωπίζεται χειρουργικά με διάφορες τεχνικές, όμως μπορεί να περάσουν μήνες ώσπου να αποκατασταθεί η όραση, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η βλάβη είναι μόνιμη – κυρίως λόγω της καθυστερημένης διάγνωσης και θεραπείας.

(Τα Νέα)