Όταν τον Μάιο προειδοποιούσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για τον κίνδυνο ενός «πιστωτικού κραχ» στην Ελλάδα, που θα μπορούσε από μόνο του να… τινάξει στον αέρα το μνημόνιο κανείς δεν έδινε πολλή σημασία. Οι τελευταίες εξελίξεις, καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία για τις αποφάσεις των τραπεζών ως προς την πορεία που θα ακολουθήσουν για ενίσχυση της κεφαλαιακής τους επάρκειας, φαίνεται ότι επιβεβαιώνουν αυτούς τους φόβους.

Μέχρι τώρα, η πορεία «προσγείωσης» της οικονομίας σε χαμηλότερα επίπεδα παροχής πιστώσεων από τις τράπεζες στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, υπήρξε ελεγχόμενη. Οι τράπεζες έριξαν τους ρυθμούς της πιστωτικής επέκτασης από το 20% σε αρνητικά ποσοστά με σταδιακό τρόπο, υποβοηθούμενες και από τις τεράστιες ροές ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, οι οποίες διευκόλυναν την ήπια προσαρμογή. Παρόλα αυτά, βέβαια, μια οικονομία που είχε εθισθεί να λειτουργεί με διψήφια ποσοστά επέκτασης των πιστώσεων δέχθηκε ένα ισχυρό «σοκ», ακόμη και από αυτή τη σταδιακή πορεία προσαρμογής.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή την ήπια προσαρμογή έπαιξε, ασφαλώς, η μεγάλη καθυστέρηση της «ώρας της αλήθειας» για τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών: χρειάσθηκε η πρώτη συμφωνία για «κούρεμα» κατά 21% τον Ιούλιο, για να αναγνωρίσουν οι τράπεζες τις πρώτες ζημιές από τα «τοξικά» χαρτοφυλάκια των κρατικών ομολόγων. Για τα χαρτοφυλάκια δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, οι τράπεζες επέλεξαν διάφορες μεθόδους αναβολής της καταγραφής ζημιών, αλλά μετά την έλευση της BlackRock στην Αθήνα όλοι αντιλήφθηκαν ότι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την εμφάνιση των μεγάλων, κρυμμένων ζημιών, κυρίως από τα χαρτοφυλάκια μεγάλων επιχειρηματικών δανείων.

Σε… κενό αέρος

Τραπεζικά στελέχη περιγράφουν τις εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων σαν μια πορεία των τραπεζών σε… κενό αέρος, τόσο από πλευράς κεφαλαίων, όσο και ρευστότητας:

- Οι ζημιές των τραπεζικών χαρτοφυλακίων από ομόλογα και δάνεια έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί: σε χθεσινή της ανάλυση, η Deutsche Bank υπολόγισε ότι οι τράπεζες θα χρειασθούν άμεσα νέα κεφάλαια ύψους 22 δισ. ευρώ, για να καλύψουν τις ζημιές από το «κούρεμα» των ομολόγων και για τις άμεσες ανάγκες που φέρνουν οι πρόσθετες προβλέψεις, λόγω των ελέγχων της BlackRock. Σε βάθος τριετίας, μάλιστα, η D.B. εκτιμά ότι οι συνολικές ζημιές που θα κληθούν να καταγράψουν οι τράπεζες λόγω των αλλαγών που φέρνουν οι έλεγχοι της BlackRock θα φθάσουν τα 25 δισ. ευρώ. Αυτές οι τεράστιες ανάγκες κεφαλαίων οδηγούν την D.B. να σταματήσει την αξιολόγηση των μετοχών των ελληνικών τραπεζών, κρίνοντας ότι διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο κρατικοποίησης, που θα προκαλέσει τεράστιες ζημιές στους μετόχους. Τα πλάνα κεφαλαιακής ενίσχυσης που καταρτίζουν αυτό τον καιρό οι τράπεζες συντάσσονται με βάση τέτοιες εφιαλτικές παραδοχές.

- Το πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας έγινε αισθητό αμέσως μόλις η ΕΚΤ σταμάτησε να χορηγεί δάνεια στις ελληνικές τράπεζες, επειδή δεν βρίσκει επαρκή τα καλύμματα δανεισμού. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, η ρευστότητα που δόθηκε από τον έκτακτο μηχανισμό της Τράπεζας της Ελλάδος (ELA) για να καλύψει αυτές τις «εκροές» από πλευράς ΕΚΤ πλησίασε τα 30 δισ. ευρώ. Μόλις τις τελευταίες ημέρες, όταν έγινε φανερό ότι ο ELA δεν μπορούσε να «φουσκώσει» άλλο, η ΕΚΤ δέχθηκε να δανείσει τις τράπεζες ξανά με εγγυήσεις του Δημοσίου. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι άνοιξαν και πάλι οι «κρουνοί» της Φρανκφούρτης: αντίθετα, η ΕΚΤ δίνει με το… σταγονόμετρο νέα ρευστότητα με κρατικές εγγυήσεις και οι πιέσεις στη ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών γίνονται επικίνδυνες.

Η απάντηση των τραπεζιτών


Σε αυτό το σκηνικό διπλών πιέσεων, οι τραπεζίτες σχεδιάζουν να απαντήσουν με άμεσα μέτρα, κοινός παρονομαστής των οποίων θα είναι η βίαιη απομόχλευση των ισολογισμών: τα στοιχεία ενεργητικού πρέπει να συρρικνωθούν τάχιστα, ώστε να περιορίζονται οι απαιτήσεις κεφαλαίων και ρευστότητας για την υποστήριξή τους:

- Μετά την καταγραφή τεράστιων πρόσθετων προβλέψεων, λόγω των ελέγχων της BlackRock, οι τράπεζες θα βρεθούν με ένα όγκο δανείων, κυρίως προς επιχειρήσεις, για τα οποία θα έχουν ήδη καταγραφεί ζημιές, αλλά θα συνεχίσουν να «λιμνάζουν» στα χαρτοφυλάκιά τους. Άμεση θα είναι η απαίτηση για ανάκτηση ενός μέρους αυτών των δανείων και η αποβολή τους από τα χαρτοφυλάκια.

- Έτσι, αναμένεται ότι η πρακτική του «αναχρηματοδοτούμε και… βλέπουμε» θα πάρει τέλος: οι επιχειρήσεις με μεγάλα ανοίγματα θα βρεθούν πολύ γρήγορα χωρίς νέες «ανάσες» ζωής, αρκετές θα δουν δάνεια ή μετοχές τους να περνούν κοψοχρονιά σε distress funds, άλλες θα διοικηθούν για σύντομο διάστημα από τις τράπεζες μέχρι να βγουν στο… σφυρί στο σύνολό τους, ή με τμηματικές πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων.

- Σε ό,τι αφορά τα μικρά δάνεια, μέχρι 200.000 ευρώ, προς το παρόν υπάρχει σε ισχύ νομοθετική ρύθμιση που προστατεύει τους δανειολήπτες από πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας. Όμως, δεν είναι σαφές πόσο ακόμη μπορεί να διατηρηθεί αυτή η προστασία: η Κομισιόν θεωρεί βέβαιο ότι η ύφεση θα συνεχισθεί και το 2012, ενώ το 2013 η ανάκαμψη θα είναι ασθενής και αβέβαιη. Πόσο ακόμη, άραγε, μπορούν να δεχθούν οι τράπεζες αυτή τη μορφή προστασίας των δανειοληπτών, όταν τα χαρτοφυλάκιά τους έχουν «κοκκινίσει» και ορατή έξοδος από την ύφεση δεν διαφαίνεται;

Ο «χρησμός» του ΔΝΤ


Το τί σημαίνουν όλα αυτά για την ελληνική οικονομία έχει περιγραφεί εκτενώς από το ΔΝΤ στην έκθεση αξιολόγησης του περασμένου Μαΐου. Το Ταμείο εξέφρασε έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις της κρίσης του τραπεζικού συστήματος στην πραγματική οικονομία, εκτιμώντας ότι η «ασφυξία» επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα κρατήσει αρκετά χρόνια και στην πορεία οι συνολικές χορηγήσεις μπορεί να μειωθούν έως κατά 25% του ΑΕΠ (50-60 δισ. ευρώ)!

Το ΔΝΤ χαρακτήριζε τη συρρίκνωση των πιστώσεων από τις τράπεζες στην οικονομία ως μια από τις σοβαρότερες απειλές στην ομαλή εφαρμογή του τριετούς σταθεροποιητικού προγράμματος. Μια «εξαιρετικά γρήγορη διαδικασία τραπεζικής απομόχλευσης» ήταν για το Ταμείο ένας από τους τρεις σοβαρότερους κινδύνους στην εφαρμογή του ελληνικού προγράμματος.

Μια απομόχλευση με ρυθμούς ταχύτερους από το προβλεπόμενο θα οδηγούσε σε φαύλο κύκλο: αν μειωνόταν η ρευστότητα από τις τράπεζες με πολύ γρήγορους ρυθμούς, αυτό θα έκανε πολύ δυσκολότερη την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και θα ασκούνταν νέες δημοσιονομικές πιέσεις, λόγω της συγκράτησης των εσόδων. Με τη σειρά τους, αυτές οι μακροοικονομικές και δημοσιονομικές πιέσεις θα επιδείνωναν την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος, επιταχύνοντας ακόμη περισσότερο τη μείωση των πιστώσεων.

Η απομόχλευση των τραπεζικών ισολογισμών θα είναι μια μεσοπρόθεσμη διαδικασία, τόνιζε τότε το Ταμείο, αν και πλέον όλα δείχνουν ότι θα επιταχυνθεί. Οι καταθέσεις θα συνεχίσουν να μειώνονται μέχρι να σταθεροποιηθεί η οικονομία και οι τράπεζες θα παραμείνουν εξαρτημένες από τις έκτακτες ενισχύσεις ρευστότητας μέχρι να αποκατασταθεί η πρόσβασή τους στην αγορά. Το χρονικό πλαίσιο αυτής της διαδικασίας απομόχλευσης δεν θα έχει σημαντικές διαφορές από τα διεθνή πρότυπα, ανέφερε το ΔΝΤ: σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της McKinsey (2010), αυτά τα επεισόδια απομόχλευσης κρατούν κατά μέσο όρο 6-7 χρόνια και μειώνουν τις συνολικές πιστώσεις στην οικονομία κατά 25% του ΑΕΠ!

Νίκος Μουντάκης