Δικαιώθηκε για την ηθική βλάβη που υπέστη από τράπεζα, πλην όμως του επιδικάσθηκε αποζημίωση 2.000 ευρώ. Ο λόγος για ένα δικηγόρο Αθηνών που ενώ είχε εξοφλήσει δάνειο που είχε πάρει από τράπεζα, ύψους 2.934,7 ευρώ, έλαβε τέσσερις μήνες μετά, επιταγή για να πληρώσει 1.431 ευρώ.

Ο δικηγόρος είχε λάβει το δάνειο το 1999 με εγγυήτρια τη αδελφή του. Πλήρωνε κανονικά τις δόσεις μέχρι τον Μάιο του 2000, αλλά έκτοτε έπαυσε να τις καταβάλλει. Η Τράπεζα του έστειλε δύο επιστολές και τον καλούσε να καταβάλει τις καθυστερούμενες δόσεις, αυτός όμως δεν ανταποκρίθηκε.

Τον Φεβρουάριο του 2002 η τράπεζα του επέδωσε επιταγή προς πληρωμή ζητώντας το ποσό των 1.431 ευρώ. Η οφειλή εξοφλήθηκε τελικά στο σύνολο της από τη σύζυγος του δικηγόρου, αλλά τέσσερις μήνες μετά οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Τράπεζας έστειλαν στο δικηγόρο αλλά και στην αδελφή του (η οποία ήταν εγγυήτρια_, νέα επιταγή προς πληρωμή ύψους και πάλι 1.431 ευρώ.

Ο δικηγόρος προσέφυγε στη Δικαιοσύνη κατά της Τράπεζας διεκδικώντας αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Άφησε ωστόσο στην κρίση του δικαστηρίου το ύψος της αποζημίωσης.

Το Εφετείο Αθηνών τον δικαίωσε κρίνοντας πως οι αρμόδιοι υπάλληλοι της τράπεζας «από βαριά αμέλεια παρέλειψαν να ενημερωθούν από το οργανωμένο λογιστικό – μηχανογραφικό σύστημα για το αν ο οφειλέτης εξακολουθούσε να οφείλει το ποσό της επιταγής ή οποιοδήποτε ποσό από το καταναλωτικό δάνειο που είχε λάβει». Με το σκεπτικό αυτό το Εφετείο επιδίκασε στο δικηγόρο αποζημίωση 2.000 ευρώ, ποσό με το οποίο διαφώνησε ο δικηγόρος και προσέφυγε στον Άρειο Πάγο ζητώντας την αναίρεση της απόφασης του εφετείου.

Η αίτηση του, όμως, απερρίφθη από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία έκρινε ότι ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου και η κρίση των εφετών δεν μπορεί να ελεγχθεί.


protothema.gr