Ήταν Οκτώβριος του 2007, όταν οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ Ρόμπι Γκράχαμ και Τζακ Ντόιλ σταματούσαν το αυτοκίνητό τους στο πάρκινγκ ενός φτηνού επαρχιακού ξενοδοχείου για να περάσουν εκεί τη νύχτα, μεταμφιεσμένοι σε πωλητές.

Μόνο που στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου τους υπήρχε κάτι μοναδικό και πολύ πιο πολύτιμο από καταλόγους και μπροσούρες: ένας κλεμμένος πίνακας του Λεονάρντο ντα Βίντσι, αξίας 35 εκατομμυρίων ευρώ, τον οποίο μόλις είχαν σώσει από τα χέρια του υπόκοσμου.

Μπορεί τελικά να επέστρεψαν την διάσημη «Παναγία με το αδράχτι» («Madonna dei Fusi») στον δικαιωματικό της κάτοχο, όμως όχι μόνο δεν αμείφθηκαν για την πράξη τους, αλλά κατέληξαν να συλληφθούν και να περάσουν από δίκη για εκβιασμό - κατηγορίες από τις οποίες τελικά απαλλάχθηκαν.

Τώρα, με αφορμή σημαντική έκθεση με 15 έργα του Λεονάρντο ντα Βίντσι που πραγματοποιείται στο Λονδίνο, ένα από τα οποία είναι και η επίμαχη ελαιογραφία, δημοσιοποίησαν την ιστορία τους στην εφημερίδα «Daily Mail».

Όλα ξεκίνησαν το 2003, όταν δύο άντρες προσποιούμενοι τους τουρίστες μπήκαν στο κάστρο Ντράμλανριγκ της Σκοτίας, ιδιοκτησίας του 9ου Δούκα του Μπάκλεουκ, άρπαξαν τον πίνακα και διέφυγαν με ένα παλιό αυτοκίνητο. Ο πίνακας, ο οποίος θεωρείται ότι φιλοτεχνήθηκε από τον ντα Βίντσι μεταξύ 1501 και 1510, αγοράστηκε τον 18ο αιώνα από τον 3ο Δούκα του Μπάκλεουκ και έκτοτε υπήρξε το πολυτιμότερο κειμήλιο της ιστορικής οικογένειας.

«Ετσι βρήκαμε τον κλεμένο πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι»
Οι δύο ντετέκτιβ Ρόμπι Γκράχαμ (αριστερά) και Τζακ Ντόιλ ποζάρουν με αντίγραφο του αριστουργήματος του Λεονάρντο ντα Βίντσι "Παναγία με το αδράχτι", παρόλο που ο ρόλος τους στην ανεύρεση του κλεμμένου πίνακα δεν τους αναγνωρίστηκε ακόμη.

Για τέσσερα χρόνια μετά την κλοπή, η οποία έγινε αντικείμενο παγκόσμιων ερευνών, κανείς δεν είχε ακούσει τίποτα για τον πίνακα, μέχρι που οι Γκράχαμ και Ντόιλ, κάτοικοι του Λίβερπουλ βρέθηκαν τυχαία στα ίχνη του, καθώς έφτασε στα αυτιά τους η πληροφορία ότι ντόπιοι εγκληματίες τον είχαν δώσει σε έναν επιχειρηματία ως εχέγγυο για την αγοραπωλησία ενός ακινήτου αξίας 810.000 ευρώ, η οποία όμως κατέρρευσε. Έτσι, ο επιχειρηματίας ήταν διατεθειμένος να επιστρέψει τον πίνακα στον κάτοχό του με αντάλλαγμα αυτό το ποσό.

Οι δύο ντετέκτιβ άδραξαν την ευκαιρία να μεσολαβήσουν για τη συναλλαγή ως διαφήμιση για το γραφείο τους και ζήτησαν άμεσα τις συμβουλές του δικηγόρου Μάρσαλ Ρόναλντ για να τους διαφωτίσει για τις νομικές πτυχές της υπόθεσης.

 Όταν επικοινώνησαν με την ασφαλιστική εταιρία του Δούκα, αυτή τους παρέπεμψε σε ένα άντρα ονόματι Τζον Γκρεγκ ο οποίος παρουσιάστηκε ως εκπρόσωπος του Δούκα, αλλά στην πραγματικότητα εργαζόταν ως μυστικός αστυνομικός. Τελικά συμφωνήθηκε να δωθεί το ποσό των 810.000 ευρώ στον κάτοχο του πίνακα και οι Γκράχαμ, Ντόιλ, Ρόναλντ και οι δύο ενδιάμεσοι πληροφοριοδότες να μοιραστούν το ποσό του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ.

Μετά την ανταλλαγή του πίνακα με τους εγκληματίες, με τρόπο που θύμιζε κινηματογραφική ταινία, οι δύο ντετέκτιβ έφτασαν στα γραφεία της ασφαλιστικής εταιρίας για να τον παραδώσουν, μόνο που αντί για αμοιβή βρέθηκαν να συλληφθούν για εκβιασμό, καθώς κατά τα φαινόμενα ο δικηγόρος τους, κυριευμένος από απληστία είχε αφήσει αιχμές για την πιθανότητα καταστροφής του πίνακα από τον υπόκοσμο με σκοπό να αποσπάσει από το Δούκα περισσότερα χρήματα.

Οι δύο ντετέκτιβ τελικά αθωώθηκαν από τις κατηγορίες για συμμετοχή τους στην απάτη, όμως ουδέποτε τους καταβλήθηκε η υποσχεμένη τους αμοιβή, δεν έλαβαν πρόσκληση για την τελετή της επιστροφής του πίνακα στο κάστρο - ούτε καν εισιτήρια για την έκθεση των έργων του ντα Βίντσι στο Λονδίνο- ενώ προσπαθούν να πουλήσουν τα δικαιώματα της τους σε κάποιον σεναριογράφο.

«Θα ήθελα να πάω και να την ξαναδώ. Άλλωστε περάσαμε ένα ολόκληρο βράδυ μαζί.», είπε ο Γκράχαμ για την «Παναγία με το Αδράχτι».

(Βήμα)