Πέντε χρόνια μετά την ημέρα διαπίστωσης του αδικήματος -εν προκειμένω της μη απόδοσης οφειλών προς το Δημόσιο- επιδόθηκε στον οφειλέτη το κλητήριο θέσπισμα που τον καλούσε σε δίκη. Το αποτέλεσμα ήταν το αδίκημα που είχε τελέσει (σε βαθμό πλημμελήματος) να παραγραφεί, και μαζί φυσικά και το χρέος του προς το Δημόσιο, ύψους 3,9 εκατ. ευρώ!

Το 2010 το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αρτας έκρινε ότι το χρέος των 3,9 εκατ. ευρώ προς το Δημόσιο, το οποίο βεβαιώθηκε στις 28.2.2003 και έγινε απαιτητό στις 28.6.2003, κατέστη ληξιπρόθεσμο, και αυτό επειδή το κλητήριο θέσπισμα για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο επιδόθηκε στον οφειλέτη και παράλληλα κατηγορούμενο στις 21.7.2009. Δηλαδή, πέντε χρόνια μετά την τέλεση του αδικήματος, και άρα έχει υποπέσει σε παραγραφή.

Ο εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αρτας ζήτησε την αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου με την οποία κρίθηκε ότι το αδίκημα της καθυστέρησης καταβολής των οφειλών προς το Δημόσιο έχει παραγραφεί. Ο Αρειος Πάγος, ωστόσο, έκρινε ότι με τη δικαστική απόφαση ορθώς παραγράφηκε το αδίκημα και έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη που είχε ασκηθεί σε βάρος του οφειλέτη λόγω εξαλείψεως του αξιόποινου.

Σύμφωνα με την απόφαση του Αρείου Πάγου, για ζητήματα παραγραφής ισχύουν οι κοινές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ανεξάρτητα αν το αδίκημα τελέστηκε υπό την ισχύ του πλέγματος των διατάξεων των νόμων 2523/1997, 1882/1990 και 3220/1990 που αφορούν στην περιστολή της φοροδιαφυγής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η μη καταβολή βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο και τα τελωνεία επιφέρει ποινή φυλάκισης από 4 μήνες έως 1 έτος, ανάλογα με το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής και των τόκων που θα επιβληθούν.

protothema.gr