Κάθε πιθανότητα κατάρρευσης του ευρώ απέκλεισε ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων, Όλι Ρεν, ο οποίος συναντήθηκε με τον νεό Ιταλό πρωθυπουργό, Μάριο Μόντι και τον διαβεβαίωσε ότι η Ιταλία ήταν και θα παραμείνει στο κέντρο της Ευρωζώνης. Ο Μόντι ετοιμάζεται να παρουσιάσει επίσημα στους Ιταλούς το νέο έκτακτο πακέτο οικονομικών μέτρων.

Σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε ο Όλι Ρεν μετά τη συνάντηση που είχε με τον Μάριο Μόντι τόνισε: «Ασφαλώς και δεν βλέπω να καταρρέει το ευρώ». Και πρόσθεσε ότι δεν υπάρχει κανένα λόγος να γίνονται τέτοιες υποθέσεις.

«Η Ιταλία είναι ιδρυτικό μέλος της ΕΕ και του ευρώ. Είναι επομένως κεντρικό τμήμα του ευρώ και θα παραμείνει και στο μέλλον» σημείωσε.

Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι «η Ιταλία πρέπει να αντιμετωπίσει δραματικές και ισχυρότατες προκλήσεις, αλλά έχει την δυνατότητα να ξεπεράσει την κρίση, διότι τα βασικά στοιχεία της οικονομίας της είναι ισχυρά και οι προτεραιότητες που έθεσε σωστές».

«Είναι σαφές ότι οι ηγέτες της Ευρωζώνης θα κάνουν ό,τι απαιτείται για να διασφαλίσουν ότι το μέλλον του ευρώ θα είναι σταθερό», θέτοντας σε εφαρμογή τις αποφάσεις που ελήφθησαν στα τέλη Οκτωβρίου και λαμβάνοντας «νέες αποφάσεις» στην προσεχή Σύνοδο Κορυφής στις 9 Δεκεμβρίου, πρόσθεσε ο Ρεν.

Νέα μέτρα ετοιμάζει ο Μόντι

Ο Ιταλός πρωθυπουργός, από την πλευρά του, ετοιμάζεται να παρουσιάσει επίσημα στους Ιταλούς τις πρώτες παρεμβάσεις του νέου έκτακτου πακέτου οικονομικών μέτρων.

Σύμφωνα με όσα αναφέρουν μέσα ενημέρωσης, τα κύρια έσοδα θα προέλθουν από την αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας, την επιβολή φόρου ακινήτων και για την πρώτη κατοικία και την επιβολή μιας ήπιας έκτακτης φορολόγησης, που θα συνυπολογίζει κινητή και ακίνητη περιουσία, συμπεριλαμβανομένων πιθανώς και των καταθέσεων. Το συνολικό ύψος του πακέτου μέτρων υπολογίζεται σε 15 δισεκατομμύρια ευρώ.

Σχετικά με τις παρεμβάσεις αυτές, σχολιαστές τονίζουν ότι η δήλωση της Γερμανίδας καγκελαρίου Άγκελας Μέρκελ ότι «τα οικονομικά μέτρα που της εξέθεσε ο Μόντι την εντυπωσίασαν» προκάλεσαν έντονη ενόχληση στο εσωτερικό των ιταλικών πολιτικών δυνάμεων.

Σύμφωνα με την δημόσια ραδιοφωνία της Rai, την νύχτα της Πέμπτης ο Μόντι φέρεται να συνάντησε ηγέτες μεγάλων κομμάτων, τους Πιερλουίτζι Μπερσάνι, Αντζελίνο Αλφάνο και Πιερφερντινάντο Καζίνι για να τους διαβεβαιώσει ότι δεν υπάρχει καμία πρόθεση να παρακαμφθεί το Κοινοβούλιο. Το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα επιβεβαίωσε την είδηση, κάνοντας λόγο για «χωριστές ενημερωτικές συναντήσεις».

 

Είναι σαφές πάντως ότι ο Μάριο Μόντι δεν πρόκειται να εγκαταλείψει την στρατηγική του υπέρ της υιοθέτησης των ευρωομολόγων. Ελπίζει ότι θα καταφέρει τελικώς και με τις πιέσεις του Σαρκοζί να πείσει την Γερμανίδα καγκελάριο ότι υπάρχει όντως η θέληση να επιβληθεί η δημοσιονομική πειθαρχία που επιθυμεί το Βερολίνο, επιμένοντας, όμως, παράλληλα ότι χωρίς το σωσίβιο των ευρωομολόγων η κατάρρευση θα είναι αναπόφευκτη.

«Δεν υπάρχει πλέον ο απαιτούμενος χρόνος για να εφαρμοσθεί όλο το βαθμιαίο πρόγραμμα της κ.Μέρκελ, τα ευρωομόλογα πρέπει δημιουργηθούν αμέσως», σημείωσε η Rai, προσθέτοντας ότι «δεν αποκλείεται να πρέπει να 'σωθεί' ο ίδιος ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Διάσωσης, με προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο».

Ενδεικτική της στρατηγικής πολιτικής προσέγγισης της Μέρκελ ήταν η φράση του Μάριο Μόντι που προβλήθηκε ιδιαίτερα στον Τύπο: «Στην Ιταλία, με θεωρούν τον πιο Γερμανό εκ των οικονομολόγων και αυτό σε εμάς δεν εκλαμβάνεται πάντα ως φιλοφρόνηση. Μπορεί να είμαι και Γερμανός, λοιπόν, αλλά την επόμενη φορά πρέπει να μιλήσουμε και για ανάπτυξη» φέρεται να είπε ο νέος Ιταλός πρωθυπουργός στην καγκελάριο κατά την συνάντησή τους στο Στρασβούργο.

Ο Μόντι μέσα στο Σαββατοκύριακο καλείται να λύσει και το πρόβλημα των υφυπουργών της κυβέρνησής του. Ο κατάλογος δεν έχει ακόμη κλείσει και τα κόμματα φέρονται να πιέζουν για να συμπεριληφθούν στην κυβερνητική ομάδα όσο το δυνατόν περισσότεροι τεχνοκράτες της επιρροής τους.

Μετά τον λιτό βασικό πυρήνα της κυβερνητικής ομάδας με 12 υπουργούς, ο Ιταλός πρωθυπουργός και πρώην επίτροπος στην ΕΕ  φαίνεται αποφασισμένος να μην ξεπεράσει τους 25 υφυπουργούς. Παρόλα αυτά, οι διαπραγματεύσεις για τις τελικές επιλογές έχουν προκαλέσει υπερβολική, σύμφωνα με πολλούς, καθυστέρηση.