Παρότι οι διατροφικές διαταραχές, ανορεξία, βουλιμία και υπερφαγία έχουν διαφορετική και πολυπαραγωντική αιτιολογία, η έρευνα στην επιστήμη της ψυχολογίας, αναγνωρίζει κάποιες κοινές ρίζες και αιτίες.

Η εκδήλωση μιας συγκεκριμένης διαταραχής είναι αποτέλεσμα της κάθε ατομικής ιστορίας ζωής του κάθε ανθρώπου, αλλά και των πολιτιστικών και κοινωνικών συγκυριών. Παρόλα αυτά, έχει αποδειχθεί ότι καθοριστικό ρόλο για την εκδήλωση μιας τέτοιας ασθένειας, αποτελεί η σχέση με την οικογένεια, και ο ρόλος του φαγητού στην ανατροφή των παιδιών.

Η Ρενάτε Γκέκελ υποστηρίζει ότι οι ρίζες των διαταραχών διατροφής βρίσκονται ακόμα και στις πρώτες φάσεις της διατροφής, στη διαδικασία του θηλασμού και τη σχέση με το βασικό άτομο που φροντίζει το βρέφος. Όταν πολλές από τις βασικές ανάγκες ασφάλειας και φροντίδας του παιδιού δεν καλυφθήκαν όταν αυτό το είχε ανάγκη, αλλά όποτε και αν το έκρινε ο ενήλικας, και αυτό συνεχίστηκε και στη μετέπειτα ζωή του, το ίδιο πιθανό να κλείστηκε στον εαυτό του. Η απόρριψη αυτή των αναγκών προκαλεί έντονο αίσθημα στέρησης που λέει «δεν πήρα αρκετά», και συνεχίζεται και στην ενηλικίωση. Η στέρηση αυτή δεν είναι απαραίτητα υλική ή διατροφική, αλλά πολλές φορές είναι συναισθηματική στέρηση της φροντίδας και αποδοχής της μοναδικότητας του παιδιού. Στην περίπτωση αυτή μάλιστα είναι πολύ δυσκολότερο να την παρατηρήσει το άτομο. Το παιδί λοιπόν κλείνεται στον εαυτό του, και προσπαθεί να περιορίσει της ανάγκες του, έτσι ώστε να σταματήσει να πληγώνεται που αυτές δεν καλύπτονται.

Ευτυχώς ή δυστυχώς όμως δεν είμαστε σε θέση να μειώσουμε τις βασικές μας ανάγκες διότι δε θα επιβιώσουμε. Έτσι σταδιακά, το άτομο αναπτύσσει ένα πολύ έντονο, βιαστικό και αγχώδη μηχανισμό να «αρπάζει και να κρατάει» σφιχτά αυτό που δέχεται, για να μη βιώσει ξανά τη γνώριμη απογοήτευση της στέρησης. Ασυνείδητα λοιπόν καλλιεργείται μια αίσθηση του «τώρα ή ποτέ». Ας γενικεύσουμε λοιπόν αυτό τον κανόνα σε διάφορες εκφάνσεις της ζωής μας! Πολύ συχνά οι άνθρωποι βιώνουμε εξαιρετικό άγχος και φόβο για να κρατήσουμε και να μη χάσουμε αυτό που παλιότερα είχαμε διδαχθεί ότι δεν αξίζουμε. Αυτό μπορεί να είναι η αγάπη, ο έρωτας, η φιλία, η τρυφερότητα, η αποδοχή και αναγνώριση η ακόμα και η απόλαυση του φαγητού. Στις περιπτώσεις αυτές δυσκολευόμαστε πολύ να δεχθούμε ότι κάτι τέτοιο θα το χάσουμε ξανά και η υπομονή και η ανοχή μας είναι ελάχιστη.

Αυτό το μοντέλο συμπεριφοράς χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό και ένα άτομο που έχει κάποια διαταραχή διατροφής. Συγκεκριμένα βιώνει μικρή αντοχή και ανοχή στην απογοήτευση, απληστία, λαιμαργία και τάση εξάρτησης όχι μόνο από το φαγητό αλλά και από σχέσεις. Υπάρχει μια αίσθηση ότι δε μπορούν ποτέ να πάρουν όσο χρειάζονται. Η εξάρτηση βέβαια εκφράζεται μόνο σε πολύ κοντινές σχέσεις, ενώ το άτομο είναι συνήθως πιο απόμακρο στις κοινωνικές σχέσεις.

Το μοντέλο αυτό θα μπορούσαμε να το κάνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένο σε πιο πρακτικά θέματα διατροφής. Ας αναλογιστούμε ότι τρώμε ένα φαγητό ή γλυκό που αγαπάμε πολύ. Πόσο εύκολο είναι, όταν χορτάσουμε να φυλάξουμε το υπόλοιπο για κάποια άλλη στιγμή? Πολύ δύσκολο, και ακόμα δυσκολότερο για ένα άτομο με υπερφαγία ή βουλιμία, που δυσκολεύεται να έρθει σε επαφή με το αίσθημα κορεσμού. Ακριβώς εδώ παρατηρείται πολύ εύκολα το αίσθημα «τώρα η ποτέ».

Στις ρίζες της θεραπείας των διαταραχών διατροφής βρίσκεται και αυτή η εκπαίδευση. Να σταματάμε το φαγητό όταν έχουμε χορτάσει ξέροντας και έχοντας εμπιστοσύνη ότι όταν το χρειαστούμε θα είναι εκεί. Στον αντίποδα λοιπόν του «τώρα ή ποτέ» θα λέγαμε ότι βρίσκεται η εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη ότι αυτό που χρειαζόμαστε και αξίζουμε θα το λάβουμε, και ακόμα και αν κάποιοι δε μπορούν να μας το παρέχουν, είμαστε πλέων ενήλικοι για να το αντέξουμε και να συνεχίσουμε, αναζητώντας αυτό που χρειαζόμαστε μόνοι μας, από άλλες πηγές υποστήριξης.

Κάλλια Μανιώρου
Συμβουλευτικός Ψυχολόγος MSc