Οι ντόπιες ποικιλίες κηπευτικών ειδών, που στη ουσία είναι πληθυσμοί, αποτελούν σημαντικούς γενετικούς πόρους άντλησης γόνων για βελτίωση υπαρχόντων και δημιουργία νέων εμπορικών ποικιλιών κηπευτικών με ανώτερα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά, ανθεκτικών στους εχθρούς, ασθένειες και περιβαλλοντικές αντιξοότητες.

Οι παραπάνω ποικιλίες-πληθυσμοί κινδυνεύουν με εξαφάνιση κυρίως από την υφιστάμενη κοινοτική και εθνική νομοθεσία, η οποία δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε πληθυσμούς. 

Γι’ αυτό η Ε.Ε. με την οδηγία 2009/145/ΕΚ της Επιτροπής της 26ης Νοεμβρίου 2009 εκσυγχρόνισε παλαιές σχετικές διατάξεις με νέα μέτρα, κατά παρέκκλιση της κείμενης νομοθεσίας, για την εμπορία των σπόρων κηπευτικών. Υπόψη, η κείμενη νομοθεσία απαιτεί εγγραφή ποικιλιών με υψηλά κριτήρια ομοιομορφίας και σταθερότητας και οι σπόροι ελέγχονται τουλάχιστον σε κατηγορία standard. 

Η παραπάνω οδηγία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την Κ.Υ.Α. 194 Β’/11 Φεβρουαρίου 2011. 
Για να μην υπάρχει εκμετάλλευση σε βάρος της διακίνησης των εμπορικών σπόρων κηπευτικών ορίστηκε ανώτατη επιτρεπόμενη έκταση καλλιέργειας των υπό διατήρηση ποικιλιών ανά χώρα. 

Για παράδειγμα για τις ποικιλίες ντομάτας, φασολιών, μπιζελιών κλπ, η ανώτατη έκταση είναι 400 στρέμματα, για κρεμμύδια, πράσα, πεπόνια κλπ 200 στρ., για σπαράγγια, αντίδια, κλπ 100 στρέμματα, κλπ.

(Agronews)