Με τη 17η Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή στο Ντέρμπαν να οδεύει προς το τέλος, το Germanwatch και το Climate Action Network έδωσαν στη δημοσιότητα τις προηγούμενες ημέρες την ετήσια έκθεση αξιολόγησης για τις επιδόσεις των χωρών στην κλιματική αλλαγή.

Ο Δείκτης Κλιματικών Επιδόσεων, όπως ονομάζεται, αξιολογεί και συγκρίνει 58 χώρες που είναι από κοινού υπεύθυνες για περισσότερο από το 90% των εκπομπών ρύπων παγκόσμια. Είναι χαρακτηριστικό, ότι για ακόμα ένα χρόνο οι τρεις πρώτες θέσεις στον Δείκτη Κλιματικών Επιδόσεων παραμένουν άδειες καθώς καμία χώρα δεν έχει συνεισφέρει επαρκώς στη συγκράτηση της ανόδου της παγκόσμιας θερμοκρασίας σε λιγότερο από 2°C σε σχέση με τα επίπεδα του 1990.

Η Σουηδία βρίσκεται στην τέταρτη θέση της παγκόσμιας κατάταξης του Δείκτη Κλιματικών Επιδόσεων, ενώ Αγγλία και Γερμανία στην πέμπτη και έκτη αντιστοίχως. Η έκθεση τονίζει, ότι η οικονομική κρίση είχε μια ακούσια επίπτωση στις εκπομπές ρύπων καθώς ΗΠΑ, Ιρλανδία και Ισπανία μείωσαν τις εκπομπές ρύπων τους και ανέβηκαν κάποιες θέσεις. Ωστόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται ακόμα πολύ χαμηλά – στην 52η θέση – εξαιτίας της ισχνής πολιτικής βούλησης σε θέματα κλιματικής αλλαγής και της πολύ υψηλής ενεργειακής τους πολιτικής.

Η αξιολόγηση των πολιτικών για την κλιματική αλλαγή στην Κίνα είναι γεμάτη αντιφάσεις. Ενώ η Κίνα σε απόλυτους αριθμούς παραμένει η πρώτη χώρα σε εκπομπές ρύπων, με το χάσμα μάλιστα να αυξάνεται σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες που ακολουθεί στη δεύτερη θέση, φαίνεται να ενισχύει παράλληλα εντατικά τις επενδύσεις σε ΑΠΕ. Η έκθεση προβλέπει, πως η Κίνα που βρίσκεται τώρα στην 57η θέση της παγκόσμιας κατάταξης, θα βελτιώσει σημαντικά τη θέση της μέσα στα επόμενα χρόνια.

Στην τελευταία θέση παραμένει για ακόμα μια χρονιά η Σαουδική Αραβία, ενώ Τουρκία, Πολωνία και Κροατία διεκδικούν κάποιες από τις χαμηλότερες θέσεις. Υπενθυμίζεται πως η Πολωνία, που είχε αναλάβει την προεδρία της ΕΕ το περασμένο καλοκαίρι, μπλόκαρε την πρόταση για αύξηση του στόχου μείωσης των εκπομπών ρύπων της ΕΕ από 20% σε 30% (διαβάστε εδώ).

Σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις της χώρας μας, βρισκόμαστε σχεδόν στον … πάτο καθώς καταλαμβάνουμε την προτελευταία θέση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στην παγκόσμια κατάταξη πέφτουμε από την 43η στην 47η θέση. Ειδικότερα, η Ελλάδα σημειώνει χαμηλές επιδόσεις στη καύση CO2 ανά μονάδα ενέργειας αλλά και σε επίπεδο εθνικής πολιτικής για την κλιματική αλλαγή, καθώς δεν υπάρχει ακόμα ένα ενιαίο σχέδιο δράσης για την μείωση των εκπομπών ρύπων.

Απεναντίας, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμμένει και να επενδύει στην παραδοσιακή πρακτική εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, προωθώντας μάλιστα με γοργούς ρυθμούς τις έρευνες για αξιοποιήσιμα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Δυτική Ελλάδα και τη Νότια Κρήτη.

Επενδύσεις, δηλαδή, που συνεπάγονται αύξηση, και όχι μείωση, των εθνικών μας εκπομπών ρύπων και που, όπως κατ’ επανάληψη έχει τονίσει το Δίκτυο ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ SOS θεωρούνται εν δυνάμει απειλητικές για την κοινωνία και την οικονομία μας, η οποία στηρίζεται παραδοσιακά στον τουρισμό και την αλιεία.

Η όποια δε συζήτηση ή πολιτική αφορά στην πολυπόθητη προώθηση των ΑΠΕ, στην εποχή του μνημονίου, αξιολογείται πλέον ως αμφιλεγόμενη ως προς την ειλικρινή της στόχευση (βλέπε π.χ. τη χρήση τέλους ΑΠΕ για χρηματοδότηση ..ορυκτών καυσίμων-μονάδων συμπαραγωγής) και την ουσιαστική της κατεύθυνση προς την εθνική βιωσιμότητα (βλέπε π.χ. τη συζήτηση περί «ελεύθερων οικονομικών ζωνών» σε ξένους επενδυτές για ένα πράσινο κατά τα άλλα πρόγραμμα, όπως το περίφημο ΗΛΙΟΣ).

Την ίδια στιγμή, και ενώ υπάρχουν στο τραπέζι ώριμες και αξιόπιστες μελέτες, όπως η έκθεση της Τραπέζης της Ελλάδος και ο Οδικός χάρτης για την προσαρμογή της Ελλάδας στην κλιματική αλλαγή, η χώρα μας επιδεικνύει εγκληματική αδράνεια (διαβάστε σχετικά εδώ) και αδιαφορία στα ζητήματα της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, καθώς και στην εκπόνηση εθνικών σχεδίων πρόληψης και μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους υδατικούς μας πόρους, τη γεωργία, τον τουρισμό, κτλ .

MedSOS