Το ενδεχόμενο ελληνικές επιχειρήσεις με μεγάλο χρέος να περάσουν σε χέρια ξένων επενδυτών, χωρίς να το έχουν προγραμματίσει ή να το επιθυμούν, δεν είναι πια τόσο μακρινό όπως παρατηρούν έγκυροι επιχειρηματικοί παράγοντες. Η πρακτική αυτή είναι ευρέως διαδεδομένη στο εξωτερικό και όπως φαίνεται δεν αποκλείεται να τύχει πρακτικής εφαρμογής και στη χώρα μας.

Υπάρχουν μεγάλα ξένα funds που αποτελούν «κυνηγούς ευκαιριών» και διερευνούν περιπτώσεις επιχειρήσεων και κλάδων στις οποίες παρακολουθούν στενά την πορεία του δείκτη ίδια προς ξένα κεφάλαια, παρακολουθούν δηλαδή την εξέλιξη του δανεισμού των επιχειρήσεων αυτών.

Δανεισμός
Στη συνέχεια και για επιχειρήσεις στις οποίες ο δανεισμός βρίσκεται στο «κόκκινο», δηλαδή για τις επιχειρήσεις των οποίων ο δανεισμός δεν εξυπηρετείται και οι πιθανότητες να εξυπηρετηθεί είναι εξαιρετικά μικρές, επιχειρούν να αγοράσουν τα δάνεια αυτά από τις τράπεζες μαζί ασφαλώς με τα ενέχυρα των επιχειρήσεων που ως επί το πλείστον είναι ακίνητα και μετοχές.

Ετσι βρίσκονται οι επιχειρήσεις σε χέρια τρίτων οι οποίοι είτε επιθυμούν να επενδύσουν σε συγκεκριμένες δραστηριότητες, είτε επιθυμούν να δημιουργήσουν εύκολες υπεραξίες προκειμένου να αποκομίσουν γρήγορα κέρδη μόλις επέλθει η ανάκαμψη στη χώρα εξυγιαίνοντας και μεταπωλώντας τα αποκτήματά τους.

Επί πραγματικών δεδομένων οι καθυστερήσεις τώρα στα επιχειρηματικά δάνεια είναι δύσκολο να ανιχνευθούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ στο εξάμηνο του 2011 τα συνολικά δάνεια των επιχειρήσεων διαμορφώθηκαν σε 114 δισ. ευρώ. Από αυτά το 11,2% είναι «κόκκινα» δάνεια, δηλαδή της τάξεως των 12,76 δισ. ευρώ. Εκτιμάται ότι οι καθυστερήσεις της κατηγορίας θα ξεπεράσουν το 12% στο σύνολο του έτους (13,68 δισ.).

Τα τραπεζικά στελέχη παραδέχονται ότι σήμερα το 20% με 22% των επιχειρηματικών δανείων βρίσκονται σε κάποια μορφή ρύθμισης, με το 11% να είναι στο «κόκκινο» και στο άλλο 11% να δίνεται μία τελευταία ευκαιρία πριν βρεθεί σε αδυναμία πληρωμής. Δύο συνισταμένες θα διαμορφώσουν το ενδιαφέρον των «κυνηγών χρέους» για τις ελληνικές υπερχρεωμένες δανειακά επιχειρήσεις.

Από τη μία η εικόνα αυτών καθ' αυτών των επιχειρήσεων και το κατά πόσον τελικώς αυτές μπορούν να παράξουν υπεραξίες ή να εξυγιανθούν και από την άλλη το μέγεθός τους. Η δεύτερη αυτή συνισταμένη όπως εξηγούν στην «ΗτΣ» τραπεζικοί κύκλοι, λειτουργεί αποτρεπτικά, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις στη χώρα μας δεν είναι πολλές και οι περισσότερες εξ αυτών δεν είναι υπερχρεωμένες.

Όμως το προβληματικό επιχειρηματικό περιβάλλον, και κυρίως η έλλειψη ρευστότητας είναι πολύ εύκολο να οδηγήσει κάποια funds με λίγα κεφάλαια σε εύκολα και γρήγορα κέρδη εξηγούν οι ίδιοι παράγοντες. Από την πλευρά των τραπεζών οι οποίες επίσης αντιμετωπίζουν έλλειψη ρευστότητας και αδυναμία σε αρκετές περιπτώσεις να χρηματοδοτήσουν αρκετές επιχειρήσεις που έχουν εξαντλήσει τις δανειοληπτικές τους ικανότητες οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα πως δεν θα υπάρξει πρόβλημα στην εκχώρηση δανείων προς κάποια funds σε αισθητά μικρότερο ποσοστό από το πραγματικό δάνειο (π.χ. στο 60% ή 70% της αξίας του) δεδομένου ότι οι ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες για διεκδίκηση των απαιτούμενων από τους πελάτες κεφαλαίων είναι εξαιρετικά χρονοβόρες, κοστοβόρες και με πολύ αβέβαιο αποτέλεσμα.

Από την άλλη πλευρά οι τράπεζες δεν έχουν τεχνογνωσία για να «τρέξουν» διαφορετικού τύπου επιχειρήσεις ασκώντας αποτελεσματικό management με στόχο την εξυγίανση των επιχειρήσεων αυτών και τελικώς την εξόφληση των δανείων τους. Όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα παραπάνω αποτελούν κοινή πρακτική στο εξωτερικό και η πρακτική αυτή έχει ασκηθεί με σημαντική επιτυχία και ιδιαίτερα ικανοποιητικά αποτελέσματα. Κλάδοι ενέργειες πληροφορικής αλλά ακόμη και μεταποιητικές μονάδες μπορεί να βρεθούν στο στόχαστρο τέτοιων funds.

Κάποιοι παράγοντες της αγοράς μιλούν ακόμη και για γεωργικές μονάδες καθώς εκτιμούν ότι η γεωργία στη χώρα μας θα αποτελέσει έναν κλάδο ο οποίος στο άμεσο μέλλον μπορεί να γνωρίσει ανάπτυξη λόγω της κρίσης. Ενας άλλος κλάδος που μπορεί να γίνει στόχαστρο για τέτοια funds είναι πιθανότατα το εξαιρετικά «πληγωμένο» real estate καθώς δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν πως η συγκεκριμένη αγορά γνωρίζει πρωτοφανή ύφεση στη χώρα μας όμως η Ελλάδα δεν έχει να «πουλήσει» πολλά περισσότερα από τη γη και τον τουρισμό της και άρα η ύφεση αυτή στο συγκεκριμένο κλάδο δεν μπορεί παρά να έχει προσωρινό χαρακτήρα.

Τουριστικές μονάδες
Επίσης για τους λόγους που ήδη προαναφέρθηκαν, στα ενδιαφέροντα των δυνητικών αγοραστών εμπίπτουν και οι τουριστικές μονάδες, πολλές εκ των οποίων παραμένουν υπερχρεωμένες. Οι μονάδες αυτές αποτελούν συνδυασμό των υπηρεσιών τουρισμού και του real estate. Aντίστοιχες πρωτοβουλίες δεν αποκλείεται να αναληφθούν και για στεγαστικά δάνεια κυρίως μεγάλων και αξιόλογων ακινήτων.

Εκεί όμως εκτιμάται πως σε μεγάλο βαθμό θα συναντήσουν την αντίσταση των τραπεζών καθώς σε αυτήν την περίπτωση οι ελληνικές τράπεζες εφόσον ξεπεράσουν τα νομικά εμπόδια έχουν αξιόλογο know how και μπορούν να πραγματοποιήσουν καλύτερη αξιοποίηση από εκείνη των λεγόμενων κυνηγών χρέους.

imerisia.gr