Μια μεγάλη συζήτηση και έντονες αντιδράσεις από παιδαγωγούς, ψυχολόγους και νευροβιολόγους έχουν πυροδοτήσει στη Γαλλία τα σχέδια του υπουργείου Παιδείας να εισαγάγει τεστ αξιολόγησης των παιδιών στο νηπιαγωγείο, προκειμένου να προλάβει τις κακές επιδόσεις ή και τη σχολική αποτυχία αργότερα, στο γυμνάσιο και το λύκειο.
Οι ειδικοί δεν διαφωνούν με την αναγκαιότητα των τεστ. Τέσσερα στα δέκα παιδιά της τελευταίας τάξης του δημοτικού είχαν στη Γαλλία το 2009 «ανεπαρκή» γνώση της μητρικής τους γλώσσας, ένα στα δέκα εμφάνιζε τόσο πολλά προβλήματα «που ήταν αδύνατη η είσοδός του στο γυμνάσιο». Και η σχολική αποτυχία έχει τις ρίζες της στο νηπιαγωγείο - που θεωρείται άλλωστε, επισήμως, ως η πρώτη τάξη του δημοτικού. Οπως επισημαίνει ο νευροβιολόγος Στανισλάς Ντεέν, «πολυάριθμες έρευνες δείχνουν ότι τα πεντάχρονα παιδιά που δεν μπορούν να αντιληφθούν την ποσοτική έννοια των αριθμών (ποιος αριθμός είναι μεγαλύτερος από έναν άλλον) θα έχουν προβλήματα στα μαθηματικά μερικά χρόνια αργότερα».

Αντιστοίχως, στην ανάγνωση, είναι η «φωνολογική συνείδηση», η ικανότητα να ξεχωρίζει ή όχι το παιδί τα φωνήματα, αυτή που κρίνει τη μετέπειτα μαθητική του πορεία. Διατυπώνονται εντούτοις πολλές ενστάσεις όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πήρε τις αποφάσεις του το υπουργείο Παιδείας (χωρίς να έχει πρώτα συμβουλευτεί κάποια επιτροπή εκπαιδευτικών και ειδικών από τη Γαλλία και ολόκληρο τον κόσμο) αλλά και το περιεχόμενο των τεστ που προτείνονται (τα οποία κρίνονται… μετεξεταστέα από την επιστήμη).
Το γαλλικό κράτος προτείνει, πιο συγκεκριμένα, ένα τεστ εντοπισμού των μαθησιακών δυσκολιών στην αρχή του νηπιαγωγείου (ή, καλύτερα, της τελευταίας τάξης του νηπιαγωγείου, μιας και το «Ecole Maternelle» απευθύνεται στη Γαλλία σε παιδιά τριών έως έξι ετών) και μια σειρά εξετάσεων στο τέλος («τρεις συλλογικές δοκιμασίες και δύο ατομικές δοκιμασίες για όλους τους μαθητές της τάξης»), τα αποτελέσματα των οποίων θα διαβιβάζονται στους γονείς και θα χρησιμοποιούνται για την πανεθνική, συγκριτική αξιολόγηση του σχολείου. Οσον αφορά το πρώτο τεστ, η αγωνία των εκπαιδευτικών, όπως την εκφράζει η Καρολίν Ιρό, είναι πως «δεν είναι αρμόδιοι να κρίνουν αν ένα παιδί έχει μαθησιακές δυσκολίες ή όχι. Οταν δεν είσαι γιατρός, πώς μπορείς να ξέρεις αν οι δυσκολίες στη γραφή, τα κακοσχηματισμένα γράμματα, για παράδειγμα, είναι σύμπτωμα δυσπραξίας ή απλώς μια δεξιότητα που δεν έχει ακόμα καλλιεργηθεί;». Οσον αφορά τα τεστ αξιολόγησης, οι ειδικοί φοβούνται, με απλά λόγια, πως είναι κακοφτιαγμένα.
Οπως επισημαίνει ο καθηγητής Γνωσιακής Ψυχολογίας Ρεμί Μπρισιό, δίνεται υπερβολική σημασία στο μέτρημα («μετρήστε τα φεγγάρια, τα αστέρια, τα τετράγωνα...») που «δεν λέει στην πραγματικότητα τίποτε για τις ικανότητες των παιδιών στην αριθμητική». Ο νευροβιολόγος Ντεέν δίνει ένα άλλο παράδειγμα: «Το τεστ υπ' αριθμόν 12 υποτίθεται ότι αξιολογεί τη δυνατότητα αναγνώρισης των αριθμών. Ο δάσκαλος καλείται λοιπόν να πει στα παιδιά: "Κοιτάξτε τη δεύτερη γραμμή. Βάλτε πάνω σε αυτήν το δάχτυλό σας και ακούστε προσεκτικά. Πάρτε το κόκκινο μολύβι και κυκλώστε το 11. Μετά πάρτε το μπλε σας μολύβι και κυκλώστε το 7". Μα στο τέλος αυτής της φράσης, ακόμα και ενήλικοι μπορεί να έχουν ξεχάσει με ποιο χρώμα πρέπει να κυκλώσουν ποιον αριθμό!».

(Τα Νέα)