Η κιρσοκήλη είναι η μη φυσιολογική διάταση των φλεβών που απομακρύνουν το αίμα από τους όρχεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη λίμναση του αίματος το οποίο περιέχει βλαβερές ουσίες στην περιοχή των όρχεων με αποτέλεσμα την πιθανή πρόκληση βλάβης στην διαδικασία της σπερματογέννεσης.

Συνηθέστερα εμφανίζεται αριστερά, αλλά είναι δυνατόν να εμφανιστεί είτε δεξιά , είτε και αμφοτερόπλευρα. Αποτελεί την συχνότερη και ευκολότερα αναγνωρίσιμη αιτία υπογονιμότητας στον άνδρα.

Η συσχέτιση ανάμεσα στην διαταραχή αυτή και την υπογονιμότητα έχει αναγνωριστεί εδώ και αιώνες. Πρώτος ο Celsius τον 1ο μ.Χ αιώνα περιέγραψε την διάταση των σπερματικών φλεβών και υπογράμμισε την σύνδεση μεταξύ κιρσοκήλης και ατροφίας των όρχεων.

Η κιρσοκήλη είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο το οποίο εμφανίζεται περίπου στο 15% του ανδρικού πληθυσμού και στο 35% των ανδρών με προβλήματα γονιμότητας. Οι προκαλούμενες βλάβες καταλήγουν προοδευτικά σε μια μείωση της ορχικής λειτουργίας καθώς και σε μια αλλοίωση των χαρακτηριστικών του σπέρματος.

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι κιρσοκήλη παρουσιάζεται στο 53% των συγγενών πρώτου βαθμού των ασθενών που παρουσιάζουν την πάθηση αυτή.

Η παθοφυσιολογία της πάθησης αυτής δεν είναι απόλυτα κατανοητή και στην διεθνή βιβλιογραφία βρίσκουμε διάφορες αιτιολογίες οι οποίες συσχετίζονται με τις προκαλούμενες διαταραχές στο σπέρμα.

Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε , την υπερθερμία(αύξηση της θερμοκρασίας στην περιοχή), την υποξία (μείωση της οξυγόνωσης) , την παλινδρόμηση τοξικών ουσιών στους όρχεις κ.α. λόγω της καθήλωσης φλεβικού αίματος στην περιοχή. Οι εμφανιζόμενες διαταραχές στο σπέρμα αφορούν, είτε την μείωση του αριθμού των σπερματοζωαρίων (όλιγοσπερμία), είτε την μείωση της κινητικότητας τους (ασθενοσπερμία) καθώς και την αύξηση ανώμαλων μορφών τους (τερατοσπερμία).

Οι ασθενείς έρχονται στον ιατρό γιατί παρουσιάζουν ένα αλλοιωμένο σπερμοδιάγραμμα .Είναι όμως δυνατόν να παραπονιούνται και για αίσθημα βάρους στην περιοχή των όρχεων. Επίσης σε περιπτώσεις υπογόνιμων ζευγαριών ο έλεγχος του ανδρικού παράγοντα θα πρέπει πάντα να περιλαμβάνει και την εξέταση για την ύπαρξη κιρσοκήλης.

Η κιρσοκήλη μπορεί επίσης να διαγνωσθεί τυχαία από μια εξέταση των όρχεων που γίνεται για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Η διάγνωση της πάθησης αυτής γίνεται αρχικά με την ψηλάφηση των όρχεων, ενώ ασθενής βρίσκεται σε όρθια θέση, πάνω από τους οποίους διακρίνεται η μάζα των διατεταμένων φλεβών.

Στην συνέχεια όμως είναι απαραίτητο να γίνουν και πιο εξειδικευμένες εξετάσεις και κυρίως ένα έγχρωμο υπερηχογράφημα Doppler, το οποίο μας επιτρέπει τόσο να δούμε τις φλέβες που πάσχουν όσο και να καθορίσουμε τον βαθμό και την σοβαρότητα της πάθησης αυτής .Στην εξέταση αυτή βλέπουμε τόσο την διάταση των φλεβών, όσο και το μέγεθος της παλινδρόμησης του αίματος στις φλέβες μα αποτέλεσμα να μπορούμε να κατατάξουμε την κιρσοκήλη ανάλογα με την βαρύτητα της σε πρώτου , δευτέρου και τρίτου βαθμού ανάλογα αν η παλινδρόμηση γίνεται σε καθιστή θέση, όρθια θέση είτε μετά από άσκηση πίεσης από τα κοιλιακά τοιχώματα.

Σε περίπτωση που η πάθηση αυτή διαπιστωθεί δεξιά και όχι αριστερά είναι απαραίτητος και ο έλεγχος με υπερηχογράφημα και των νεφρών για να αποκλειστούν και κάποιες άλλες πιθανές συνυπάρχουσες παθήσεις. Είναι επίσης αναγκαίο και ένα δεύτερο σπερμοδιάγραμμα για την επιβεβαίωση των ευρημάτων του πρώτου. Θα πρέπει να ξέρουμε ότι το σπερμοδιάγραμμα δεν γίνεται οποιαδήποτε στιγμή , αλλά η λήψη του σπέρματος να απέχει τρείς με τέσσερεις ημέρες από την τελευταία εκσπερμάτιση, ούτε περισσότερο , ούτε λιγότερο γιατί οι φυσιολογικές τιμές της εξέτασης έχουν στανταριστεί με βάση αυτή την προϋπόθεση.

Η διόρθωση της κιρσοκήλης γίνεται με μία απλή χειρουργική επέμβαση. Είναι μία απλή επέμβαση όταν γίνεται από ειδικευμένο ουρολόγο. Ο ασθενής μετά τον απαιτούμενο προεγχειρητικό έλεγχο εισάγεται στο χειρουργείο , υποβάλλεται σε γενική συνήθως αναισθησία, και μέσω μιας μικρής τομής στην βουβωνική περιοχή γίνεται η απολίνωση των φλεβών.

Για καλύτερη ακόμα ευκρίνεια μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει και χειρουργικό μικροσκόπιο έτσι ώστε να έχει μια πιο αναλυτική εικόνα της περιοχής. Ο ασθενής συνήθως μέσα στην ίδια μέρα φεύγει από το νοσοκομείο χωρίς να χρειαστεί να διανυκτερεύσει σε αυτό.

Έχουν περιγραφεί και άλλες μέθοδοι αλλά η χειρουργική αντιμετώπιση εξακολουθεί να είναι ο χρυσός κανόνας . Ο νέος έλεγχος του σπέρματος γίνεται τουλάχιστον 3-6 μήνες μετά την αντιμετώπιση της πάθησης αυτής . Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι ότι η παραγωγή και η πλήρης ωρίμανση των σπερματοζωαρίων από τους όρχεις χρειάζεται περίπου 70 ημέρες, οπότε η διαφορά στα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του σπέρματος θα φανεί αφού έχει περάσει τουλάχιστον αυτή η περίοδος.

(Του Θάνου Ασκητή)