Νέα έρευνα υποδεικνύει ότι μητέρες που εργάζονται με μερική απασχόληση, ιδιαίτερα όταν έχουν μωρά ή παιδιά προσχολικής ηλικίας, μπορεί ενδεχομένως να έχουν καλύτερη γενική υγεία και λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με μητέρες που μένουν σπίτι.

Σε πολλές περιοχές, η συναισθηματική και σωματική υγεία των μητέρων που εργάζονταν με μερική απασχόληση δεν διέφερε από των μητέρων που εργάζονταν με πλήρη απασχόληση, ακόμα και αν υπήρχαν διαφορές στην αμοιβή.

Η ερευνήτρια Cheryl Buehler, δήλωσε ότι ο οικονομικός ρόλος μιας γυναίκας κατέχει κεντρική θέση στην οικογενειακή ζωή και στηρίζει την ευεξία της και το γονεϊκό ρόλο.

Προηγούμενες έρευνες εξέτασαν αν μια μητέρα εργαζόταν ή όχι και πώς αυτό επηρέαζε τα παιδιά της, αλλά τα αποτελέσματα ήταν μεικτά.

Υπάρχουν λίγες έρευνες σχετικά με τη μερική απασχόληση και την επίδραση στη μητρότητα, την οικογενειακή ζωή και γενικά το γονεϊκό ρόλο.

Στην έρευνα, επιστήμονες θέλησαν να ανακαλύψουν αν η μερική εργασία μιας μητέρας ήταν περισσότερο παρόμοια με των γυναικών που μένουν σπίτι ή όσων δουλεύουν με πλήρες ωράριο. Οι ερευνητές επισκόπησαν στοιχεία από περισσότερες των 1.300 μητέρων στις ΗΠΑ. Οι πληροφορίες βασίστηκαν σε 7 διαφορετικές συνεντεύξεις με μητέρες σε 10ετή περίοδο, με έναρξη το 1991.

Όπως αναμενόταν, μητέρες που είχαν μερική απασχόληση είχαν την τάση να παρουσιάζουν λιγότερες διαμάχες στην εργασία και την οικογένεια και ασχολούνταν περισσότερο με το διάβασμα των παιδιών σε σχέση με τις μητέρες πλήρους απασχόλησης. Παρείχαν επίσης περισσότερες ευκαιρίες μάθησης στο σπίτι και εκτός αυτού.

Επιπλέον, όσες εργάζονταν με μερική απασχόληση φάνηκε να είναι πιο ‘απαλές’ ως μητέρες. Ήταν περισσότερο ευαίσθητες με τα παιδιά τους σε σύγκριση με τις άλλες μητέρες.

Η Buehler, του Πανεπιστημίου North Carolina, στο Greensboro, δήλωσε ότι η εργασία προσφέρει στις μητέρες σημαντικές ευκαιρίες και πηγές για να ελαχιστοποιήσουν την κοινωνική απομόνωση και να εμπλουτίσουν την κοινωνική ανάπτυξη και ευεξία. Δίνει στις μητέρες εργαλεία, ιδέες και στρατηγικές για την περίοδο που ανατρέφουν το παιδί.

Στην εργασία, μητέρες εμπλέκονται με τη λύση προβλημάτων και την αντιμετώπιση διαφόρων προσωπικοτήτων. Όλες αυτές οι ικανότητες μπορούν να εφαρμοστούν στο σπίτι, ιδιαίτερα καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά.

Η ερευνήτρια ανακάλυψε ότι είναι σημαντικό πως αν και μητέρες που εργάζονταν με πλήρη απασχόληση ανέφεραν περισσότερες διαμάχες μεταξύ εργασίας και οικογένειας, το στρες δεν φάνηκε να επηρεάζει την ψυχική ευεξία μιας γυναίκας, δηλαδή δεν μεταφραζόταν σε περισσότερο καταθλιπτικά συμπτώματα, όπως πεσμένη διάθεση ή δυσκολία με τον ύπνο.

Γυναίκες που εργάζονται part time έκαναν περισσότερο νοικοκυριό και ασχολούνταν περισσότερο με τη φροντίδα των παιδιών σε σχέση με μητέρες που εργάζονταν με πλήρη απασχόληση. Η ύπαρξη εργασίας μερικούς απασχόλησης δεν αύξανε την οικειότητα του ζευγαριού.

Καθώς η έρευνα διήρκεσε μια δεκαετία, παρακολούθησε μητέρες από τότε που το παιδί τους ήταν μωρό μέχρι την έκτη τάξη. Ενώ περίπου το 25% των μητέρων εργάζονταν με μερική απασχόληση τη συγκεκριμένη περίοδο η επαγγελματική κατάσταση μετακινήθηκε αρκετά μεταξύ της ανεργίας, της μερικής απασχόλησης και της πλήρους απασχόλησης.

Η Jennifer Fraone, που δεν έλαβε μέρος στην έρευνα, δήλωσε ότι όσον αφορά το γονεϊκό ρόλο και την ισορροπία μεταξύ σπιτιού και εργασίας, η μερική απασχόληση παρέχει τον καλύτερο από τους 2 κόσμους για τις μητέρες.

Μητέρες που εργάζονται με μερική απασχόληση μπορεί ενδεχομένως να ωφελούνται από κοινωνικές πλευρές της εργασίας, την οικονομική σταθερότητα και να αντιμετωπίζουν προκλήσεις ή να λαμβάνουν ικανοποίηση από την εργασία.

Η έρευνα δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘Journal of Family Psychology.’

(iatronet)