«Στα χαρτιά» θα μείνει -όπως όλα δείχνουν- το μέτρο  του συμψηφισμού των χρεών  μεταξύ δημοσίου και επιχειρήσεων. Δεδομένης και της οικονομικής  κατάπτωσης του κράτους, το ελληνικό δημόσιο εφαρμόζει το  μέτρο  όπως το συμφέρει, «παγώνοντας» δηλαδή τις πληρωμές του όταν δεν έχει λεφτά ή του χρωστάνε οι ιδιώτες, ενώ τα απαιτεί στο ακέραιο  και όταν τους χρωστά αλλά δεν τους τα πληρώνει.

Ερμηνεύοντας το «γράμμα» και –κυρίως- «το πνεύμα του νόμου»  3943/11 που ψήφισε τον  περασμένο Μάρτιο και έδινε ελπίδες  για συμψηφισμό των οφειλών τους προς το Δημόσιο, ο υπουργός Οικονομικών  περιέγραψε όλα τα εμπόδια που  θέτει το κράτος στους πολίτες  που υπολόγιζαν να κάνουν χρήση των  διατάξεών του.

Όμως στην πράξης έχει βάλει ανυπέρβλητα εμπόδια  που περιορίζουν στο ελάχιστο τις περιπτώσεις οφειλών που  μπορούν να συμψηφισθούν.

«Τινάζει στο αέρα»  ο υπουργός Οικονομικών Ευάγγελος  Βενιζέλος την προσδοκία που  έχει ο επιχειρηματικός κόσμος ότι  θα μπορέσει να συμψηφίσει τα χρέη που  έχει απέναντι στις εφορίες με οφειλές  του δημοσίου προς τις επιχειρήσεις που σήμερα ξεπερνούν τα 7 δις  ευρώ.

Καθώς τα ληξιπρόθεσμα χρέη του δημοσίου στις επιχειρήσεις φτάνουν τα 7 δισ. ευρώ και παρότι ο υπουργός Οικονομικών τόνισε -απαντώντας σε σχετική ερώτηση της αρχηγού  της Δημοκρατικής Συμμαχίας Ντόρας Μπακογιάννη- ότι «δεν μπορούμε να ζητάμε φορολογική συμμόρφωση μόνο εάν δεν έχουμε και εμείς εκπληρώσει τη δική μας υποχρέωση», ξεκαθάρισε ότι:

Το κράτος θα πληρώνει όταν και εάν μπορεί! Παρόλο που απαιτεί απαίτηση στο Μνημόνιο το κράτος να μην καθυστερεί να πληρώνει, ο κ.Βενιζέλος ανέφερε πως «οι συμψηφισμοί θα προωθούνται στα όρια της ταμειακής αντοχής του δημοσίου και στα όρια της εκπλήρωσης των δημοσιονομικών μας στόχων». Πέραν τούτων δηλαδή θα διακόπτονται, παρότι προβλέπεται.

  Μπορούν  να συμψηφισθούν με χρέη των  επιχειρήσεων, μόνο οι οφειλές  του στενού δημοσίου τομέα.  Ό,τι χρωστά δηλαδή «το δημόσιο  στενά, το νομικό πρόσωπο του  δημοσίου και όχι άλλη οντότητα  του δημόσιου τομέα» όπως ανέφερε.  Αν λοιπόν κάποια επιχείρηση  «έχει λαμβάνειν» (αλλά δεν λαμβάνει) από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα  (πχ ΟΤΑ, ασφαλιστικό Ταμείο, ΔΕΚΟ  κλπ) θα πρέπει να πληρώνει  στο ακέραιο ό,τι της ζητά  το κράτος, χωρίς να περιμένει  πως θα τα συμψηφίζει με  αυτά που περιμένει να εισπράξει  από τον δημόσιο τομέα.

 Τα χρέη του  δημοσίου τα οποία μπορούν οι επιχειρήσεις να συμψηφίσουν, θα πρέπει να είναι  τελεσίδικα, βεβαιωμένα και εκκαθαρισμένα. Παρότι ο νόμος  3943 ορίζει πως  οποιαδήποτε «απαίτηση ενός οφειλέτη κατά του Δημοσίου αποδεικνύεται  με τελεσίδικη δικαστική απόφαση  ή με δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με τα βεβαιωμένα χρέη του προς το Δημόσιο», στην πράξη οι ιδιώτες πρέπει να περιμένουν μια ολόκληρη γραφειοκρατία  ελέγχων και επικυρώσεων βεβαίωσης  της οφειλής που έχει δημιουργηθεί (Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Αρχή Πληρωμής κλπ) με βασικό σκοπό να καθυστερεί τις πληρωμές –και δευτερευόντως  να ελέγχει την σκοπιμότητα ή  την ορθότητά τους.