Μια «βυζαντινή» δέσποινα, που έχει τιμήσει την Ελλάδα στο εξωτερικό, παίρνει θέση στα έδρανα της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι η Χρύσα Μαλτέζου, ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθύντρια (από το 1998) του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. Αν και εξελέγη στην έδρα της «Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, 1453 – 1821», διαδέχεται ουσιαστικά μια άλλη γυναίκα ακαδημαϊκό και σπουδαία βυζαντινολόγο, την αείμνηστη Αγγελική Λαΐου.

Η Χρύσα Μαλτέζου είναι Αιγυπτιώτισσα. Κουβαλάει την πολυπολιτισμική κουλτούρα των ανθρώπων οι οποίοι γαλουχήθηκαν σε χώρες όπου ανθούσε ο Ελληνισμός και η αγάπη τους για τη μητέρα – πατρίδα μετουσιωνόταν σε πάθος για τη μελέτη των έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και τελείωσε το Αβερώφειο Γυμνάσιο. Σπούδασε όμως στην Αθήνα, στο Πανεπιστήμιο Μεσογειακών Σπουδών της Aix en-Provence και στο Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. Συνέχισε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβας (1965-1967) και πήρε πτυχίο της Σχολής Παλαιογραφίας, Αρχειονομίας και Διπλωματικής των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας.

Υπήρξε ερευνήτρια του Κέντρου Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, έχει διδάξει Μεσαιωνική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, αλλά και Ιστορία του Πολιτισμού (με έμφαση την ιστορία της Βενετοκρατίας στον ελληνικό κόσμο) στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μέλος ελληνικών και ξένων επιστημονικών εταιρειών, έχει λάβει μέρος σε πολλά ελληνικά και διεθνή επιστημονικά συνέδρια. Εχει τιμηθεί με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την ταξινόμηση του Ιστορικού Αρχείου Κυθήρων, με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής (2003) και το μεγάλο βραβείο Dante Aligheri (2007). Στη διεύθυνση του Ινστιτούτου της Βενετίας διαδέχθηκε τον ακαδημαϊκό Μανούσο Μανούσακα. Ανθρωπος δυναμικός και δραστήριος όπως είναι, η Χρύσα Μαλτέζου δεν έπαψε να αγωνίζεται για τη διατήρηση λειτουργίας του Ινστιτούτου και για τη διάσωση των πολύτιμων θησαυρών του.

(Ελευθεροτυπία)