Την ανησυχία της για την επιδεινούμενη εικόνα στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας εξέθεσε η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ) στη συνάντησή της με εκπροσώπους της Ομάδας Εργασίας της Κομισιόν την Τρίτη, αναφέροντας πως η κλειστή τραπεζική στρόφιγγα στρέφει ακόμη και υγιείς επιχειρήσεις σε άτυπο δανεισμό με τοκογλυφικά επιτόκια.

Υποστηρίζοντας πως η τωρινή εφαρμογή του ΕΣΠΑ δεν μπορεί να δώσει έξοδο από την κρίση, η ΕΣΕΕ επανέλαβε τα πάγια αιτήματά της για δικαιότερο και αποτελεσματικότερο φορολογικό σύστημα και μέτρα για μείωση του μη μισθολογικού κόστους.

«Ο ρόλος των τραπεζών, ως πολλαπλασιαστή του χρήματος και ως μοχλού ανάπτυξης, έχει πλέον πάψει να λειτουργεί, συμπαρασύροντας και τις υγιείς επιχειρήσεις, οι οποίες πολλές φορές αναγκάζονται να καταφύγουν σε άτυπης μορφής δανεισμό με τοκογλυφικά, εννοείται, επιτόκια», τόνισε ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Β.Κορκίδης, στη συνάντηση με τους εκπροσώπων της Ομάδας Δράσης στην Ελλάδα Γιώργο Κολυβά και Γενς Μπάστιαν στα γραφεία της συνομοσπονδίας.

Στη συνάντηση υπογραμμίστηκε με όλους τους τρόπους ότι το ΕΣΠΑ, όπως τουλάχιστον εφαρμόζεται έως σήμερα, δεν φαίνεται να είναι ικανή συνθήκη να ξεκολλήσει την ελληνική οικονομία από το τέλμα της ύφεσης, των λουκέτων και της ανεργίας.

Στόχος της συνάντησης ήταν η καταγραφή της άποψης του ελληνικού εμπορίου, σχετικά με τη χρηματοδότηση των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων και την ενίσχυσή τους μέσω των προγραμμάτων ΕΣΠΑ και άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων και η ΕΣΕΕ επανέλαβε τα τέσσερα βασικά σημεία που θα συμβάλλουν στην επιβίωση και ανάπτυξη των ελληνικών εμπορικών επιχειρήσεων που είναι: Δίκαιο, απλό και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, συμμετοχή του εμπορίου στο ΕΣΠΑ, χρηματοδότηση-ενίσχυση ρευστότητας εμπορικών επιχειρήσεων και μείωση μη μισθολογικού κόστους.

Μεγάλη σημασία δόθηκε στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία JEREMIE, ΕΤΕΑΝ και JESSICA. Πιο συγκεκριμένα, όπως ειπώθηκε, αναμένεται στο επόμενο διάστημα η πλήρης ενεργοποίηση των ανωτέρω χρηματοδοτικών εργαλείων, τα οποία θα ενισχύσουν κεφάλαια κίνησης και μεσοπρόθεσμα κεφάλαια, γεγονός που αναμένεται να δώσει ανάσα ρευστότητας στην αγορά.

Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ επανέφερε το ζήτημα της επέκτασης των προθεσμιών της αποπληρωμής των δανείων του ΤΕΜΠΕ. Το ζήτημα αυτό είναι κεντρικό για την ΕΣΕΕ, διότι η πίεση που δέχονται οι δανειολήπτες-επιχειρηματίες είναι έντονη, ιδιαίτερα στην παρούσα υφεσιακή συγκυρία.

Σε ό,τι αφορά το εμπόριο, επισημάνθηκε ότι υπάρχει και η δυνατότητα ένταξης σε κάποιο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ που θα μπορούσε να δώσει ανάσα στις επιχειρήσεις του κλάδου, καθώς έχουν εντοπιστεί κατά καιρούς διάφορες, σχετικές με το εμπόριο, δράσεις (π.χ. Δράση για την ενίσχυση μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στους τομείς Μεταποίησης - Τουρισμού - Εμπορίου - Υπηρεσιών, Δράση «digi-retail», η οποία αφορά στην αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών στον τομέα της λιανικής κ.ά).

Το πρόβλημα εντοπίζεται στις καθυστερήσεις αξιολόγησης και εφαρμογής των προγραμμάτων αυτών, καθώς το ελληνικό Δημόσιο δεν μπορούσε να συνεισφέρει ούτε το 25% του κόστους του Προγράμματος που του αναλογούσε. Η μείωση του ποσοστού της ελληνικής συμμετοχής στο 5%, όπως αναφέρθηκε, διευκολύνει την ελληνική πλευρά σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, αλλά θα υπάρξει μετακύλιση ποσών από έργο σε έργο, αφού η συνολική συνεισφορά της Ε.Ε. δεν αυξάνει. Αυτό συνεπάγεται νέες καθυστερήσεις και κωλυσιεργίες σε μια εποχή που ο χρόνος είναι εξαιρετικά πολύτιμος.

Σημειώθηκε, επίσης, πως έχει ήδη παρατηρηθεί υστέρηση της τάξης του 1,665 δισ. ευρώ από τα 3,350 δισ. του στόχου του 2011 τα οποία πρέπει να αντληθούν από το ήδη εξαιρετικά φτωχό ΠΔΕ, «ενώ αν υπολογίσει κανείς την ήδη χαμηλή απορροφητικότητα σε τομεακά και περιφερειακά προγράμματα, την υπερκοστολόγηση των έργων, τη χαοτική διαδικασία εκχωρήσεων και την αδυναμία των τελικών δικαιούχων να ανταποκριθούν με συνέπεια λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας, δεν μπορεί να είναι αισιόδοξος για θεαματικές αλλαγές στους δείκτες ανάπτυξης».

Πληγή η περιορισμένη χρηματοδότηση

Ειδικότερα, για το ζήτημα της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, η ΕΣΕΕ ανέφερε ότι οι τράπεζες έχουν κλείσει τη στρόφιγγα δανείων ενώ και για τις περιορισμένες χορηγήσεις στις οποίες προβαίνουν, ζητούν πολλές εγγυήσεις καθώς και υψηλά επιτόκια.

Εξαιτίας της δυσχερούς θέσης στην οποία βρίσκονται οι ελληνικές τράπεζες, αφ'ενός λόγω της κρίσης και της συνεπακόλουθης μη εξυπηρέτησης των δανείων που έχουν ήδη χορηγήσει και, αφετέρου, εξαιτίας της κατοχής ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου (των οποίων η αξία εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 50 δισ.), δυσκολεύονται να αντλήσουν κεφάλαια από τη διεθνή διατραπεζική αγορά, αφού πλέον η αξιοπιστία τους έχει πληγεί ανεπανόρθωτα.

Επιπρόσθετα, το εγχώριο τραπεζικό σύστημα θα κληθεί να ενισχύσει το δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων (Core Tier 1) τουλάχιστον στο 10% τον Ιανουάριο του 2012. Και όλα αυτά σε αναμονή του κουρέματος του ελληνικού χρέους κατά 50% και την ανάγκη για ριζική αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος συνολικού κόστους 10 έως 20 δισ., σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες από την πολυαναμενόμενη έκθεση της «BlackRock».

Η ΕΣΕΕ ανέφερε πως από τα στοιχεία της Τραπέζας της Ελλάδος προκύπτει ότι οι τράπεζες «ουσιαστικά δεν χορηγούν δάνεια προς τις επιχειρήσεις (μηδενική ροή ή και αρνητική ροή περιόδου) ενώ οι απαιτήσεις τους προς τις επιχειρήσεις έχουν υποχωρήσει σε χαμηλότερο επίπεδο από εκείνο του 2008, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει πως οι επιχειρήσεις έχουν εξοφλήσει παλαιότερα δάνεια».

Το εμπόριο, υποστήριξε η Συνομοσπονδία, είναι ο «μεγαλύτερος οφειλέτης στις τράπεζες, γεγονός που αποδεικνύει την ένταση της δραστηριότητας του κλάδου τα προηγούμενα χρόνια, τη συμβολή του στην ανάπτυξη καθώς και το ασφυκτικό πρόβλημα που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας». Ο κύριος λόγος για την υποχώρηση του υπολοίπου είναι το πάγωμα ουσιαστικά των χορηγήσεων καθώς και η οριστική διακοπή της δραστηριότητας και η επακόλουθη εκκαθάριση των επιχειρήσεων.

Προς επίρρωση της θέσης αυτής, η ΕΣΕΕ προσέθεσε και στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποίο το ποσοστό επιτυχών δανειακών αιτήσεων από Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις ήταν μικρότερο το 2010 σε σύγκριση με το 2007 σε όλα τα κράτη-μέλη για τα οποία υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία και το ποσοστό των μερικώς επιτυχών αιτήσεων για χορήγηση δανείων αυξήθηκε σε όλα τα κράτη-μέλη.

Οι μεγαλύτερες μειώσεις στη χορήγηση επιτυχών αιτήσεων κατεγράφησαν στη Βουλγαρία (από 87% σε όλες τις αιτήσεις που αφορούν χορήγηση δανείων το 2007 σε 48% το 2010), στην Ιρλανδία (από 97% σε 53%), στη Δανία (από 92% σε 60%), στη Λιθουανία (από 89% σε 58%), στην Ελλάδα (από 88% σε 60%) και στην Ισπανία (από 87% σε 59%). Μειώσεις σε ποσοστό μικρότερο από 10% παρατηρήθηκαν στη Φινλανδία (από 98% σε 96%), στη Μάλτα (από 94% σε 91%), στη Σουηδία (από 84% σε 78%), στην Πολωνία (από 92% σε 85%), στην Ιταλία (από 87% σε 78%), στο Βέλγιο (από 92% σε 83%) και στη Γερμανία (από 85% σε 76%).

Σημειώνεται πως οι αιτήσεις μπορούν να χωριστούν σε εκείνες που είναι πλήρως επιτυχείς και εκείνες που είναι μερικώς επιτυχείς, εννοώντας ως τέτοιες εκείνες οι οποίες χορηγούνται εν τέλει με λιγότερο όμως ευνοϊκούς όρους από τις αρχικές αιτήσεις. Η Ελλάδα συγκεντρώνει το υψηλότερο ποσοστό μερικώς επιτυχών αιτήσεων (29,6%) και ακολουθούν οι Ισπανία και Βουλγαρία με ποσοστά 27,8% και 22,0% αντίστοιχα.



in.gr