Η οικονομική κρίση «σκότωσε» τα όνειρά τους. Η λέξη ανεργία τους στοίχειωσε. Γνώρισαν για τα καλά τι θα πει εργασιακή ανασφάλεια και πως είναι να ζεις σε μια Ελλάδα που οι ευκαιρίες για ένα καλύτερο μέλλον εξανεμίζονται μέρα με τη μέρα.

Πολλοί δεν αναγνωρίζουν πια την πόλη που μεγάλωσαν. Αγωνία, μιζέρια, θλίψη, και παρακμή. Έτσι πήραν τη μεγάλη απόφαση να φύγουν και να αναζητήσουν τη δική τους Ιθάκη που θα τους επιτρέπει τουλάχιστον να ονειρεύονται.

Γέμισαν τις βαλίτσες τους με διπλώματα, μεταπτυχιακά και διδακτορικά, πήραν μαζί τους φωτογραφίες από αγαπημένα τους πρόσωπα και λίγες αναμνήσεις από τη χώρα που αφήνουν πίσω τους και έφυγαν, διεκδικώντας μια καλύτερη ζωή.

Επτά νέοι που εγκατέλειψαν την Ελλάδα της κρίσης και της ανεργίας για να βρουν μια δουλειά στο εξωτερικό καταθέτουν στο in.gr τις εμπειρίες τους.

Η Έφη Παΐδα ζει στην Λουκέρνη της Ελβετίας από το 2008. «Έφυγα όταν οι δυσοίωνες προβλέψεις σχετικά με τις δυσκολίες για εύρεση εργασίας είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Έχοντας πτυχίο και μεταπτυχιακό δυσκολευόμουν να βρω κάτι στην Ελλάδα. Ήταν ρίσκο και αρκετά δύσκολο στην αρχή να πας σε μία χώρα που δεν γνωρίζεις καθόλου». Σήμερα η Έφη εργάζεται σε μία σουηδική εταιρεία στην Ελβετία. «Ο μισθός είναι τετραπλάσιος από αυτόν που προσφέρουν για πτυχιούχο στην Ελλάδα. Το κόστος ζωής, βέβαια, είναι υψηλό. Ωστόσο υπάρχει το περιθώριο για αποταμίευση και για προσωπικές δραστηριότητες». Όπως μας λέει η Έφη η ποιότητα ζωής είναι πολύ σημαντική για τους Ελβετούς. «Έχεις τη δυνατότητα να αφιερώνεις χρόνο για αθλητικές δραστηριότητες στο βουνό, αλλά και στην πόλη. Μπορείς να χρησιμοποιείς το ποδήλατό σου για να πας στη δουλειά σου και για τις άλλες σου μετακινήσεις. Και ναι είναι ποιότητα το γραφείο σου να έχει θέα στη λίμνη. Είναι κάτι που δεν το βρίσκεις συχνά». Ωστόσο για έναν Έλληνα που ζει στην Ελβετία δεν είναι όλα… ρόδινα, όπως μάς εξομολογείται η Έφη. «Το να είσαι σε μία μικρή πόλη, όπως εγώ, σημαίνει περιορισμένες επιλογές διασκέδασης. Επίσης, οι άνθρωποι είναι κλειστοί και αρνούνται να μιλήσουν αγγλικά προσποιούμενοι ότι δεν γνωρίζουν. Οπότε αντιμετωπίζεις δυσκολίες στο να ενσωματωθείς αν δεν μιλάς τη γλώσσα τους. Γενικά υπάρχει μία ξενοφοβία και όλα αυτά σε κάνουν να νιώθεις «απρόσκλητος». Ακόμη, το κόστος για κάποιες βασικές αλλά και δευτερεύουσες ανάγκες είναι αρκετά υψηλό π.χ. ένα μπουκαλάκι νερό κοστίζει 3,5 ευρώ, ή ένα γυναικείο κούρεμα 40-45 ευρώ».

Στα 35 του ο Νίκος Μανδαλάς πήρε την απόφαση να αφήσει μια καλή θέση σε μεγάλη ελληνική εταιρεία και να εγκατασταθεί στο Λονδίνο. Απόφαση δύσκολη, όπως εξομολογείται ο ίδιος, αλλά απαραίτητη. «Αποφάσισα να διεκδικήσω μια καλύτερη ζωή, την προσωπική και επαγγελματική μου αξιοπρέπεια. Πράγματα που δεν είναι αυτονόητα στην Ελλάδα». Όταν πήρε την απόφαση να φύγει, ο Νίκος θεωρούνταν σχεδόν «προνομιούχος». «Πίσω όμως από τα… προνόμια οι εργασιακές συνθήκες ήταν πραγματικά τραγικές. Ο παραλογισμός, οι ατελείωτες ώρες εργασίας, το κακό κλίμα, η αδυναμία ακόμα και να αρρωστήσεις, η διαπραγμάτευση ακόμα και για μια μέρα άδεια. Παράλληλα, η κατάσταση στην Ελλάδα και την Αθήνα κατέρρεε. Έφτασα να μην αναγνωρίζω σχεδόν την πόλη μου. Αγωνία, μιζέρια, θλίψη, ανεργία. Κρίση και παρακμή». Η κρίση, όμως, απαιτεί ευελιξία, θάρρος και γρήγορες αποφάσεις, λέει ο Νίκος. «Η ημέρα που ανοίγεις την πόρτα να φύγεις-όπως τόσοι Έλληνες παλαιότερα-είναι απίστευτα δύσκολη, σχεδόν τραγική. Πρέπει, όμως, να προχωρήσεις, πρέπει να βρεις το κουράγιο να το κάνεις». Ο Νίκος εργάζεται σήμερα ως υπεύθυνος Τύπου σε μία οργάνωση για τον αγώνα ενάντια στην κλιματική αλλαγή. «Όταν βρέθηκα στο Λονδίνο βρήκα δουλειά σε περίπου ένα μήνα και κάτι ενώ ήμουν τυχερός καθώς δέχθηκα αρκετές προτάσεις». Ευκαιρίες για εργασία υπάρχουν, όπως μας λέει, αρκεί να μένεις στη Βρετανία και να έχεις εμπειρία. «Θέλει προσπάθεια να μπεις στην αγορά. Μετά, όμως, είναι αρκετά εύκολο να αλλάξεις δουλειά». Όσο για τις συνθήκες ζωής στο Λονδίνο, δεν έχουν καμία σχέση με την Ελλάδα. «Δεν υπάρχουν εφορίες – όλες οι συναλλαγές με το κράτος γίνονται ταχυδρομικά ή ηλεκτρονικά. Τα λεωφορεία περνούν στην ώρα τους, τα τρένα το ίδιο. Προφανώς θέματα και προβλήματα υπάρχουν. Δεν ζούμε στον παράδεισο. Όμως η ποιότητα ζωής, η ηρεμία, η ευγένεια, η έλλειψη λεκτικής βίας, ο σεβασμός δεν έχουν καμία μα καμία σχέση με την Ελλάδα. Νοσταλγώ κι εγώ την Πλάκα, το Μοναστηράκι, την παραλία. Δεν νοσταλγώ, όμως, καθόλου την εξαιρετικά χαμηλή ποιότητα ζωής που ήταν το αντάλλαγμα για τις λίγες αυτές στιγμές». Σχέδιο επιστροφής στην Ελλάδα δεν υπάρχει για το Νίκο και αναρωτιέται αν όσοι έφυγαν ήταν εκείνοι που έκλεισαν την πόρτα πίσω τους ή αν η Ελλάδα τους έκλεισε την πόρτα. «Κάθε μέρα εδώ στο Λονδίνο είναι μια μικρή νίκη και μια μικρή ήττα: Νίκη γιατί δουλεύω εδώ, γιατί διεκδίκησα μια καλύτερη ζωή και κατάφερα να την έχω. Ήττα, γιατί είμαι μακριά από το σπίτι μου και από ανθρώπους που αγαπώ. Νιώθω συχνά πως μπήκα σε μια βάρκα και έφυγα από τον Τιτανικό. Εγώ «γλίτωσα». Η οικογένεια μου και πολλοί από τους φίλους μου είναι ακόμα πάνω στο καράβι. Εν τέλει δεν ξέρω τι επιφυλάσσει το μέλλον. Η «νοσταλγία» μου άλλωστε είναι για την Αθήνα και την Ελλάδα που πλέον έχουν αλλάξει, έχουν χαθεί, δεν είναι αυτό που ήταν. Ακόμα και αν αύριο η νοσταλγία γίνει ανυπόφορη, ακόμα και αν υπάρξει μια οικογενειακή ανάγκη πώς επιστρέφεις; Σε ποιες συνθήκες; Με ποιους όρους; Δουλειές δεν υπάρχουν στην Ελλάδα, ευκαιρίες δεν υπάρχουν. Ακόμα και αν λίγο βελτιωθούν τα πράγματα πώς εγκαταλείπεις μια εξαιρετική ποιότητα ζωής και μια πόλη γεμάτη τέχνη, συναυλίες και ευκαιρίες για ταξίδια; Όπου δεν διεκδικείς κάθε μέρα το αυτονόητο και την αξιοπρέπειά σου;» αναρωτιέται.

«Ζω στο Μόναχο εδώ και περίπου ένα χρόνο και εργάζομαι ως ασκούμενη σε μία λογιστική εταιρεία» λέει η 23χρονη Εύη Μπιλλίνη, η οποία έφυγε ως φοιτήτρια από Ελλάδα για Γερμανία με το πρόγραμμα Erasmus. «Στο Μόναχο υπάρχουν ευκαιρίες και δουλειές, αλλά δεν ισχύει ο μύθος ότι οι Έλληνες είναι περιζήτητοι. Υπάρχουν ευκαιρίες αλλά θα σε κρατήσουν αν πραγματικά αξίζεις. Γνωρίζω ότι γενικά υπάρχει ζήτηση στη Γερμανία για επιστημονικό προσωπικό νέας ηλικίας». Η Εύη δεν θέλει να μείνει για πάντα στο εξωτερικό, γιατί της λείπουν οι φίλοι και η οικογένεια της. «Αν όλοι φύγουμε τότε δεν υπάρχει καμία ελπίδα να αλλάξουμε τη χώρα μας».

Για τον Κωνσταντίνο Βρεττό η απόφασή του να φύγει για τη Βρετανία δεν οφείλεται στην κρίση, αλλά σε μία καλή επαγγελματική ευκαιρία που στην Ελλάδα, όπως λέει, δεν θα μπορούσε να του προσφερθεί. «Την τελική μου απόφαση να φύγω την πήρα πριν από περίπου τέσσερις μήνες. Η όλη, όμως διαδικασία αίτησης, συνέντευξης και ενημέρωσης περί προσφοράς εργασίας άρχισε πριν από περίπου μισό χρόνο. Η απόφαση για το αν θα δεχτώ τελικά τη θέση που μου προσφέρθηκε δεν ήταν καθόλου δύσκολη. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για την απόφασή μου να αφήσω τη ζωή που είχα στην Ελλάδα, κυρίως την προσωπική και την κοινωνική». Ο Κωνσταντίνος εργάζεται ως ερευνητικός βοηθός στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. «Ομολογώ πως δεν μπήκα ποτέ στη διαδικασία να ψάξω γενικά για δουλειά στην Αγγλία, παρά εντόπισα μια επαγγελματική ευκαιρία και προχώρησα προς αυτή τη κατεύθυνση». Παρά το γεγονός ότι η ύφεση έχει χτυπήσει και τη Βρετανία, «το εργασιακό περιβάλλον εδώ είναι εμφανώς πιο ευνοϊκό σε σχέση με την Ελλάδα» όπως μας λέει ο Κωνσταντίνος. «Το κόστος ζωής, αν εξαιρέσει κανείς τα ενοίκια, κινείται πάνω-κάτω στα επίπεδα της Ελλάδας. Οι μισθοί, ωστόσο, είναι σχεδόν διπλάσιοι. Λέξη-κλειδί είναι η ποιότητα ζωής, τόσο σε όρους εξοικονόμησης χρόνου και ταλαιπωρίας, όσο και σε πιο ήπιους ρυθμούς καθημερινότητας». Ο Κωνσταντίνος δεν μπορεί με βεβαιότητα να απαντήσει αν θα επιστρέψει στην Ελλάδα. «Αγαπώ να… μισώ τόσο πολύ την Αθήνα και την Ελλάδα, που δύσκολα μπορώ να με φανταστώ μόνιμα μακριά της. Το προσεχές όμως χρονικό διάστημα, μάλλον, θα με βρει εκτός ελληνικών συνόρων».

Ο Γιώργος Φαντούσης είναι 24 ετών. Εδώ και περίπου τρεις μήνες ζει στη Βαρκελώνη και εργάζεται ως κομμωτής. «Αποφάσισα να φύγω από την Ελλάδα για να ζήσω μία εμπειρία και για μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Στην Ελλάδα όλα ακριβαίνουν και οι μισθοί μένουν ίδιοι ή μειώνονται. Στη Βαρκελώνη που ζω υπάρχουν ευκαιρίες φτάνει να θες να δουλέψεις. Ίσως και να ξαγυρίσω στην Ελλάδα αν αλλάξουν τα πράγματα, τώρα όμως επειδή είμαι νέος θέλω να το ζήσω».


Ο Βαγγέλης Λιάκος ζει εδώ και τρία χρόνια στο εξωτερικό. Τον τελευταίο ενάμιση χρόνο βρίσκεται στη Φινλανδία, όπου εργάζεται ως ηλεκτρολόγος μηχανικός. «Έφυγα από την Ελλάδα πριν ξεκινήσει για τα καλά η κρίση, οπότε δεν ήρθα να ζήσω εδώ με τη φιλοσοφία του όπου φύγει-φύγει. Την ιδέα την είχα από τότε που ήμουν φοιτητής». Ο Βαγγέλης θεωρεί ότι οι πιο κατάλληλες χώρες για εύρεση εργασίας στη Σκανδιναβία είναι η Σουηδία, η Δανία και η Νορβηγία. «Υπάρχει και στη Φινλανδία κρίση και μάλιστα η ανεργία είναι γύρω στο 8%. Φυσικά το ποσοστό αυτό είναι κατά πολύ μειωμένο στην περιοχή γύρω από το Ελσίνκι. Συνεπώς υπάρχουν ευκαιρίες, αλλά ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και αρκετές εταιρείες απαιτούν να ξέρεις την γλώσσα για να σε προσλάβουν». Όσο για την ποιότητα ζωής στη Φιλανδία τα επίπεδα είναι αρκετά ψηλά, όπως μας λέει. «Παρόλα αυτά δεν είναι Ελλάδα» παραδέχεται ο Βαγγέλης. «Οι άνθρωποι δεν είναι τόσο χύμα. Είναι δύσκολο να συναντιέσαι πολύ συχνά με τον άλλο γιατί κατά κάποιο τρόπο είναι όλοι απασχολημένοι». Όσο για το ενδεχόμενο να επιστρέψει στην Ελλάδα το σκέφτεται. «Προσωπικά δεν θα ήθελα να ζήσω εδώ για πάντα. Δεν αποκλείω γενικά το ενδεχόμενο να ζήσω στο εξωτερικό, αλλά πραγματικά θα ήθελα να γυρίσω κάποια στιγμή στην Ελλάδα και να κάνω κάτι δικό μου. Ποτέ δεν ξέρεις βέβαια τι σου ετοιμάζει η ζωή. Σπίτι πάντως είναι εκεί που είναι η καρδιά σου λένε».

Η Σοφία Τραχιώτη έφυγε πριν λίγο καιρό για το Μόναχο δοκιμαστικά, για να δει αν μπορεί να ζήσει εκεί. Η σύμβασή της με τον δημοτικό παιδικό σταθμό όπου εργαζόταν τελείωσε. «Είμαι τρεις μήνες άνεργη. Δεν έψαξα στην Ελλάδα για δουλειά επειδή είναι μέσα της σχολικής χρονιάς και αναγκαστικά πρέπει να περιμένω μέχρι τον Ιούνιο. Έτσι αποφάσισα μέχρι τότε να δοκιμάσω τις δυνατότητές μου εκτός συνόρων». Η Σοφία θα δουλέψει σε ένα ελληνικό νηπιαγωγείο στο Μόναχο.





in.gr