Κεκλεισμένων των θυρών, σε «μυστικά δείπνα» κορυφής, μεταξύ τυρού και αχλαδίου, οι άνθρωποι που κρατούν στα χέρια τους την τύχη της ευρωπαϊκής οικονομίας αδυνατούσαν επί σειρά μηνών να καταλήξουν σε μια συμφωνία για τη συμμετοχή των ιδιωτών ομολογιούχων (δηλαδή των τραπεζών) στη διάσωση της ελληνικής οικονομίας. Ο καθένας είχε τους λόγους του. Οι Γερμανοί δεν ήθελαν να επιβαρύνουν τους πολίτες τους με επιπρόσθετα «ξένα βάρη» και οι Γάλλοι δεν ήθελαν να επιβαρύνουν τις γαλλικές τράπεζες με επιπλέον (υποχρεωτικές ή εθελοντικές) απώλειες.

Εμφορούμενα από διαφορετικού τύπου εμμονές, τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα προτιμούσαν να διαφωνούν την ώρα που δεν υπήρχαν περιθώρια για διαφωνίες. Κάπως έτσι φτάσαμε έως εδώ: δηλαδή στο σημείο «η κρίση ολίγων μικρών οικονομιών να έχει εξελιχθεί σε απειλή για τη βιωσιμότητα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος και για τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας». Για την έγκριτη αμερικανική εφημερίδα Wall Street Journal τα πράγματα είναι σχετικά απλά: για τη γιγάντωση και την παγκοσμιοποίηση της ελληνικής κρίσης ευθύνεται ο διχασμένος γαλλογερμανικός άξονας, ο οποίος επί σειρά μηνών «ματαιοπονούσε μέσα στην αναποφασιστικότητα, αποτυγχάνοντας να αντιμετωπίσει τόσο τις άμεσες ανησυχίες των επενδυτών όσο και τις δομικές αδυναμίες που υπονομεύουν το ευρώ».

Οι ευθύνες των «Μερκοζί»
Βασιζόμενοι στο υλικό που συνέλεξαν έπειτα από περισσότερες από είκοσι συνεντεύξεις με ιθύνοντες, οι δημοσιογράφοι της αμερικανικής εφημερίδας ξετυλίγουν βήμα προς βήμα το κουβάρι της κρίσης, ρίχνοντας φως σε μια σειρά παρασκηνιακών συναντήσεων που είχαν σχετικά με το «κούρεμα» του ελληνικού χρέους οι βασικοί ρυθμιστές των εξελίξεων (Γερμανία, Γαλλία, ΕΚΤ, ΔΝΤ) τη «μοιραία» περίοδο Απριλίου - Ιουλίου 2011. Το συμπέρασμα είναι πως η Ευρωζώνη θα μπορούσε να είχε θωρακιστεί όσο ακόμη ήταν καιρός, εάν το γαλλογερμανικό δίδυμο δεν επέμενε να διαφωνεί για το PSI.

Η ευρωπαϊκή απόπειρα αναχαίτισης της κρίσης χρέους άρχισε να εκτυλίσσεται σε ένα μυστικό μίτινγκ στις 14 Απριλίου στην Ουάσιγκτον. Η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώρα στο μέγαρο του Γάλλου πρέσβη και σε αυτήν συμμετείχαν υπουργοί, και κεντρικοί τραπεζίτες από τις μεγαλύτερες οικονομίες της υφηλίου. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και ο Ντομινίκ Στρος Καν, ο οποίος, με την ιδιότητα του διευθυντή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, απηύθυνε εκείνο το βράδυ μια προειδοποίηση προς τις Βρυξέλλες υπό μορφήν τελεσιγράφου.

Το πρώτο πακέτο στήριξης για την Ελλάδα δεν αρκεί, είπε ο Στρος Καν. Θα χρειαστεί και ένα δεύτερο, ακόμη μεγαλύτερο, και εάν η Ευρώπη δεν συμφωνήσει να ρίξει επιπλέον χρήματα για τη σωτηρία της Ελλάδας, τότε το ΔΝΤ δεν πρόκειται να εγκρίνει την εκταμίευση άλλης δόσης προς την Αθήνα.

Αυτά είπε ο Γάλλος, ο οποίος μάλιστα, αν και απέφυγε να υποδείξει κάποιον συγκεκριμένο τρόπο εξεύρεσης χρημάτων, έθεσε στους Ευρωπαίους προθεσμία τονίζοντας πως αυτοί θα πρέπει να έχουν το αργότερο έως το καλοκαίρι καταλήξει σε μια συμφωνία για τη χορήγηση ενός δεύτερου πακέτου στήριξης της ελληνικής οικονομίας.

Σημειώνεται πως εκείνη την περίοδο τα κερδοσκοπικά γεράκια δεν είχαν ακόμη αρχίσει να πετούν πάνω από την Ισπανία και την Ιταλία.

Ωστόσο, ανήμποροι (ή απρόθυμοι) να προβλέψουν τα μελλούμενα, οι Ευρωπαίοι διχάστηκαν αναφορικά με το ποιος θα έπρεπε να πληρώσει για το νέο πακέτο διάσωσης της Ελλάδας.

Δύο ήταν οι επιλογές: είτε θα το χρεώνονταν αποκλειστικά οι φορολογούμενοι (όπως είχε γίνει με το πρώτο πακέτο του Μαΐου του 2010) είτε θα συμμετείχαν σε αυτό και οι τράπεζες που είχαν στην κατοχή τους ελληνικά ομόλογα. Δύο ήταν και τα στρατόπεδα που δημιουργήθηκαν: το ένα με κύριο εκφραστή τον 69χρονο Γερμανό υπουργό Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και το άλλο με εκφραστή τον επίσης 69χρονο Γάλλο πρόεδρο της ΕΚΤ, Ζαν Κλοντ Τρισέ (του οποίου η θητεία στην ΕΚΤ έληγε σε έξι μήνες). Από την πλευρά του ο Σόιμπλε, φοβούμενος τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας (στο Κοινοβούλιο αλλά και μεταξύ των ψηφοφόρων), θεωρούσε πως δεν πρέπει οι φορολογούμενοι να συνεχίσουν να ξελασπώνουν τους ιδιώτες κατόχους κρατικού χρέους και ζητούσε να επωμιστούν οι τράπεζες μέρος του κόστους της ελληνικής διάσωσης.

Από την άλλη, ο Τρισέ φοβόταν πως κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με χρεοκοπία της Ελλάδας και πως θα απομάκρυνε τους επενδυτές από την αγορά ομολόγων των χωρών της Ευρωζώνης, επιβαρύνοντας παράλληλα με διόλου ευκαταφρόνητες απώλειες τις γαλλικές τράπεζες, οι οποίες ήταν περισσότερο εκτεθειμένες στο ελληνικό χρέος από τις γερμανικές.

Η γαλλογερμανική κόντρα συνεχίστηκε σε μια δεύτερη μυστική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 6 Μαΐου με τη συμμετοχή των υπουργών του Eurogroup (και του Γιώργου Παπακωνσταντίνου), ενώ την ίδια ημέρα το Spiegel δημοσίευσε την προβοκατόρικη είδηση για οικειοθελή έξοδο της Ελλάδας από την Eυρωζώνη.

Εκεί η διαφωνία εντάθηκε επικίνδυνα, με τον Τρισέ να χάνει την ψυχραιμία του και να διακηρύττει κατηγορηματικά πως διαφωνεί με τη συμμετοχή ιδιωτών και ότι δεν πρόκειται να πάρει μέρος σε καμία σχετική συζήτηση.

Εμπλοκή στη Βιέννη
Ακολούθησε κι άλλο μυστικό δείπνο, την 1η Ιουνίου στη Βιέννη σε ένα ανάκτορο των Αψβούργων. Εκεί η γερμανική πλευρά (ο υφυπουργός Οικονομικών Γιοργκ Ασμουσεν) παρουσίασε ένα πρόγραμμα ανταλλαγής ελληνικών ομολόγων με άλλα μεταγενέστερης λήξης. Η ΕΚΤ (ο αντιπρόεδρος Βίτορ Κονστάντσιο) αντέδρασε απειλώντας πως σε μια τέτοια περίπτωση η ευρωτράπεζα θα σταματούσε να δέχεται ελληνικά ομόλογα ως εγγύηση για να δανείζει τις τράπεζες, κίνηση που θα οδηγούσε στην άμεση κατάρρευση των ελληνικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Ανένδοτο, το Βερολίνο αντεπιτέθηκε απειλώντας πως δεν πρόκειται να συμμετάσχει στο νέο πακέτο διάσωσης, εάν δεν συμμετάσχουν σε αυτό οι ιδιώτες.

Η Ευρωζώνη είχε διχαστεί πλήρως. Από τη μία ήταν η Γερμανία, η Ολλανδία και η Φινλανδία, και από την άλλη η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία. Εν τω μεταξύ, στην Ελλάδα ο Γ. Παπανδρέου είχε αρχίσει να βλέπει την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία να φυλλορροεί, ενώ τα επιτόκια δανεισμού της Ιταλίας και της Ισπανίας είχαν αρχίσει να παίρνουν τον ανήφορο. Μέσα σε όλα αυτά, ούτε το Eurogroup της 20ής Ιουνίου κατόρθωσε να καταλήξει σε κάποια συμφωνία (ας όψεται η σκληρή στάση του Σόιμπλε, ο οποίος συμπαρέσυρε και τη Μέρκελ).

Τελικώς η Μέρκελ, ο Σαρκοζί και ο Τρισέ (ο οποίος έφτασε εσπευσμένα με την τελευταία πτήση από Φρανκφούρτη) βρέθηκαν να τρώνε μαζί στο Βερολίνο, το βράδυ της παραμονής της έκτακτης Συνόδου Κορυφής της 21ης Ιουλίου, και να καταλήγουν σε έναν συμβιβασμό («τον χειρότερο που θα μπορούσε να υπάρξει»). Μετά η Μέρκελ και ο Σαρκοζί έφυγαν για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Οι αγορές, ωστόσο, δεν έκαναν διακοπές. Και ζήσαν οι κερδοσκόποι καλά κι εμείς χειρότερα.

Βλέποντας το αδιέξοδο, κάποιοι Ευρωπαίοι ζήτησαν να χαλαρώσουν οι πιέσεις που ασκούσε το ΔΝΤ στην Ευρώπη προκειμένου αυτή να καταλήξει αμέσως σε ένα δεύτερο πακέτο στήριξης της Ελλάδας. Μάλιστα, το εν λόγω αίτημα επρόκειτο ο Στρος Καν να το συζητήσει με τη Μέρκελ στο Βερολίνο στις 15 Μαΐου και με τους υπουργούς Οικονομικών της Ευρωζώνης στις Βρυξέλλες μία ημέρα μετά. Ωστόσο, ο Στρος Καν δεν παρευρέθηκε στα εν λόγω ραντεβού γιατί ήταν στη φυλακή κατηγορούμενος για βιασμό (συνελήφθη στις 14 Μαΐου στο αεροδρόμιο ενώ ετοιμαζόταν να πετάξει για Ευρώπη). Στη θέση του το ΔΝΤ έστειλε έναν άλλο, κατώτερο αξιωματούχο, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να διαπραγματευθεί αλλαγές στα συμφωνηθέντα.

Τα αντίπαλα στρατόπεδα

Οι κρίσιμοι μήνες περνούσαν και οι Ευρωπαίοι ηγέτες συνέχιζαν να διαφωνούν σχετικά με τη συμμετοχή ή μη των ιδιωτών κατόχων ομολόγων στη διάσωση της Ελλάδας

ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΣΤΗ
14 Απριλίου 2011

Ο Ντομινίκ Στρος Καν λέει πως η Ευρώπη χρειάζεται να ρίξει περισσότερα χρήματα για τη διάσωση της Ελλάδας
Ο Σόιμπλε με την υποστήριξη της Μέρκελ υποστηρίζει πως οι ιδιώτες κάτοχοι ελληνικών ομολόγων πρέπει να μοιραστούν το κόστος.
Ο Ζαν Κλοντ Τρισέ λέει πως οι ιδιώτες δεν πρέπει να πληρώσουν. Ο Σαρκοζί φοβάται πως το «κούρεμα» θα πλήξει τις τράπεζές του.

ΣΥΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ
6 Μαΐου 2011

Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συζητούν εάν οι ιδιώτες κάτοχοι ομολόγων θα έπρεπε να πληρώσουν για την ελληνική διάσωση
Ο Σόιμπλε λέει πως η συζήτηση για το PSI πρέπει να ξεκινήσει εδώ και τώρα.
Ο Τρισέ λέει κατηγορηματικά πως διαφωνεί με το PSI και ότι αρνείται να το συζητήσει. Φεύγει από την αίθουσα.

πηγή: Έθνος