Η νηφάλια προσέγγιση:

Μετά από μια νύχτα με πολύ πάθος και έντονες συγκινήσεις με μια ενδιαφέρουσα ύπαρξη που γνωρίσατε το προηγούμενο βράδυ στο λεωφορείο, ξυπνάτε και νοιώθετε ένα κάψιμο στα γεννητικά όργανα. Μετά από μια γρήγορη έρευνα ανακαλύπτετε ένα μικροτραυματισμό στο δέρμα της περιοχής ενώ ταυτόχρονα θυμόσαστε το προφυλακτικό που ξεχάσατε να χρησιμοποιήσετε. Μάλλον δεν είναι τίποτα, σκέφτεστε. Η αμφιβολία όμως σας βασανίζει οπότε αποφασίζετε να επισκεφθείτε ένα δερματολόγο-αφροδισιολόγο για να σας δώσει μια συμβουλή.

Η αγχώδης προσέγγιση:

Αφού κάνατε ότι κάνατε με την ενδιαφέρουσα ύπαρξη θυμόσαστε κατευθείαν το μη χρησιμοποιημένο προφυλακτικό και ο ύπνος δεν σας πιάνει. Κατευθύνεστε πάραυτα στα επείγοντα της πλησιέστερης δερματολογικής κλινικής όπου φθάνετε κατά τις 3-4 το πρωί και εξομολογείστε την περιπέτειά σας στην αγουροξυπνημένη ειδικευόμενη που έτυχε να εφημερεύει τούτη τη νύχτα, εκθέτοντας ταυτόχρονα το μόριο σας για επισκόπηση-ψηλάφηση.

Αν ρωτήσουμε τόσο το νηφάλιο όσο και τον αγχώδη φίλο της ιστορίας μας τί νομίζει οτι έχει πάθει οι περισσότερες πιθανότητες είναι να απαντήσει οτι φοβάται για τη σύφιλη. Ας δούμε λοιπόν λίγα στοιχεία για αυτό το σχετικά σπάνιο σήμερα αλλά υπαρκτό σεξουαλικά μεταδιδόμενο νόσημα.

Η σύφιλη οφείλεται στο τρεπόνημα το ωχρό ή ωχρά σπειροχαίτη ένα μικρόβιο που υπάρχει σε συγκεκριμένες δερματικές βλάβες των πασχόντων και μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή ή από την έγκυο γυναίκα που κόλλησε στο έμβρυο. Το χρονικό διάστημα που περνάει από την ύποπτη επαφή μεχρι να εμφανιστούν οι βλάβες στο δέρμα κυμαίνεται απο 10 έως 90 ημέρες με μέσο χρόνο τις 3 εβδομάδες. Οι διαγνωστικές εξετάσεις αίματος που βοηθάνε στη διάγνωση της σύφιλης γίνονται θετικές από 1 έως 2 εβδομάδες μετά την εμφάνιση των δερματικών βλαβών, δηλαδή 4-6 εβδομάδες μετά την ύποπτη επαφή και μόλυνση. Οπότε είναι αδύνατο να μπορεί να σας πει ο γιατρός αν έχετε κολλήσει ή όχι αμέσως μετά τη σεξουαλική επαφή. Η πιθανότητα να κολλήσει κάποιος σύφιλη μετά από σεξουαλική επαφή χωρίς προφυλάξεις με άτομο που νοσεί και μεταδίδει τη νόσο είναι περίπου 30%

Η δερματική βλάβη που χαρακτηρίζει τη σύφιλη είναι το σκληρό έλκος, μια μονή τις περισσότερες φορές πληγή με διάμετρο 1-2 εκατοστά, ανώδυνη, με λεία επιφάνεια που βγάζει συνήθως λίγο υγρό και σκληρή βάση που ξεχωρίζει από το γύρω μαλακό δέρμα ή βλεννογόνο. Αν το έλκος είναι επώδυνο πιο πιθανό νόσημα είναι ο έρπης των γεννητικών οργάνων, ενώ βλάβες στην περιοχή προκαλούν και πολλά άλλα νοσήματα.

Στους άνδρες συνήθως εμφανίζεται στη βάλανο, στη βαλανοποσθική αύλακα ή στο δέρμα των γεννητικών οργάνων ενώ στις γυναίκες στην είσοδο του κόλπου, στα χείλη του αιδοίου αλλά συχνότερα στον τράχηλο της μήτρας οπότε μπορεί και να μην διαγνωστεί έγκαιρα. Άλλες πιθανές εντοπίσεις είναι κοντά στον πρωκτό, στα χείλη ή στη στοματική κοιλότητα ανάλογα με τη σεξουαλική πρακτική. Μετά από 4-5 ημέρες διογκώνονται οι γειτονικοί λεμφαδένες χωρίς να πονάνε , ενώ το έλκος υποχωρεί μόνο του μέσα σε 1 μήνα περίπου ακόμα και χωρίς θεραπεία αλλά παρουσιάζεται ποικιλία άλλων βλαβών σε όλο το σώμα, τόσο στο δέρμα-βλεννογόνους όσο και σε εσωτερικά όργανα. Κατά το χρονικό διάστημα που εμφανίζεται το συφιλιδικό έλκος και στη φάση της εξάπλωσης της νόσου, σε όλο το σώμα, είναι εύκολη η μετάδοση με τη σεξουαλική επαφή.

Η όψιμη μορφή που τρομοκρατούσε τον πληθυσμό πριν την ανακάλυψη της πενικιλλίνης και κατέστρεφε προοδευτικά το καρδιαγγειακό συστημα και τον εγκέφαλο ξεκινάει στα 2 χρόνια μετά τη μόλυνση σε ένα ποσοστο 35% και σήμερα είναι σπανιότατη λόγω της έγκαιρης θεραπείας.

Η θεραπεία είναι πολύ απλή ιδίως αν η σύφιλη διαγνωστεί σε αρχικό στάδιο: μια ενδομυική ένεση πενικιλλίνης ή αν έχετε αλλεργία στην πενικιλλίνη αντίστοιχα αντιβιοτικά από το στόμα για 10-14 ημέρες. Αν αργήσει η διάγνωση η θεραπεία είναι δυσκολότερη και πιο παρατεταμένη. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε γυναίκες που μολύνθηκαν και μένουν έγκυες ενώ πρέπει να αναζητηθούν σε όλους τους ασθενείς οι σεξουαλικοί σύντροφοι των 3 τελευταίων μηνών τουλάχιστον και να πάρουν θεραπεία.

Το συμπέρασμα είναι οτι πρέπει να παίρνουμε τις απαραίτητες προφυλάξεις στις σεξουαλικές επαφές με μη σταθερούς συντρόφους και να απευθυνόμαστε στους δερματολόγους- αφροδισιολόγους όταν δούμε ύποπτες βλάβες. Επίσης να θυμόμαστε οτι αν κολλήσουμε ένα σεξουαλικό μεταδιδόμενο νόσημα υπάρχουν πολλές πιθανότητες να έχουμε κολλήσει και άλλο ταυτόχρονα λόγω της απρόσεκτης σεξουαλικής συμπεριφοράς, δικής μας ή του/της συντρόφου μας.

(iatropedia)