Η Ευρωπαική Επιτροπή, με απόφαση που θα δημοσιευθεί στην επίσημη εφημερίδα της ΕΕ, ζητάει την επιστροφή του «πακέτου» Χατζηγάκη, ύψους 415 εκατ. ευρώ, που πληρώθηκε το 2009, σε αγρότες μέσω του ΕΛΓΑ.

Στο πλαίσιο μάλιστα της ίδιας έρευνας, η Ε.Ε. έκρινε παράνομες και αντίστοιχες πληρωμές, ύψους 387 εκατ. ευρώ, που έγιναν επίσης μέσω του ΕΛΓΑ το 2008. Τελικά το συνολικό ύψος των «παράνομων» κρατικών ενισχύσεων, που κατά την Επιτροπή πρέπει να ανακτηθούν έντοκα και να επιστραφούν, ανέρχεται στο ποσό των 424,8 εκατ. ευρώ.

Μετά από αυτά η Επιτροπή θέτει προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών για την ανάκτηση από τους παραγωγούς των σχετικών χρηματικών ποσών και ζητά πλήρη ενημέρωση σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για την ανάκτηση, μέχρι τις 8/2/2012.

Αναλυτικά η σχετική ανακοίνωση του υπ.Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων αναφέρει τα εξής:

«Στις αρχές του 2009 έγιναν πληρωμές ύψους 415 εκατ. ευρώ σε αγρότες μέσω του ΕΛΓΑ, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 262037/30-1-2009 των τότε Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Σ. Χατζηγάκη και Υφυπουργού Οικονομικών Ν. Λέγκα.

Στις πληρωμές αυτές δεν έγιναν σεβαστοί οι κανόνες για τη νόμιμη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων. Ταυτόχρονα, οι επικοινωνιακοί χειρισμοί που συνόδευσαν τις πληρωμές προκάλεσαν την άμεση αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Κλήθηκε άμεσα στις Βρυξέλλες ο τότε Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για να αιτιολογήσει τις πληρωμές, προφανώς χωρίς να πείσει την τότε Επίτροπο Γεωργίας.

Σαν επακόλουθο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινητοποιήθηκε άμεσα, ξεκινώντας έρευνα για να διαπιστωθεί αν οι πληρωμές συμβιβάζονται με την κοινοτική νομοθεσία. Στο πλαίσιο μάλιστα της ίδιας έρευνας, η ΕΕ εξέτασε και αντίστοιχες πληρωμές, ύψους 387 εκατ. ευρώ, που έγιναν επίσης μέσω του ΕΛΓΑ το 2008, φθάνοντας έτσι το συνολικό αντικείμενο της έρευνας στα 802 εκατ. ευρώ.

Μετά από τριετή αλληλογραφία, παροχή πλήθους στοιχείων από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές, αλλεπάλληλες διμερείς συναντήσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και επίμονες ελληνικές παρεμβάσεις σε πολιτικό και σε τεχνικό επίπεδο, πείσθηκε η Επιτροπή και αποδέχθηκε τελικά τα επιχειρήματα των ελληνικών αρχών αλλά για την αιτιολόγηση των 378 από το σύνολο των 802 εκατ. ευρώ.

Έτσι, σύμφωνα με Απόφαση που θα δημοσιευθεί στην επίσημη εφημερίδα της ΕΕ, το συνολικό ύψος των «παράνομων» κρατικών ενισχύσεων, που κατά την Επιτροπή πρέπει να ανακτηθούν έντοκα, ανέρχεται στο ποσό των 424,8 εκατ. ευρώ (με μια δυνατότητα μείωσης του ποσού αυτού κατά 75,3 εκατ. ευρώ, εάν δεν έχουν δοθεί ενισχύσεις τύπου «de minimis» στους αγρότες για 3 χρόνια).

Με την ίδια Απόφαση η Επιτροπή α) θέτει προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών για τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση εντόκως από τους παραγωγούς των σχετικών χρηματικών ποσών και β) ζητά πλήρη ενημέρωση σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για την ανάκτηση, μέχρι τις 8-2-2012. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την Απόφαση, η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε βάρος της Ελλάδας, ζητώντας την επιβολή κατ΄ αποκοπή ποσών ή και χρηματικής ποινής. Η Απόφαση μάλιστα είναι άμεσα εκτελεστή.

Ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστας Σκανδαλίδης έδωσε ήδη εντολή στο Ειδικό Γραφείο Κοινοτικού Δικαίου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους να ασκήσει προσφυγή ακύρωσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ, καθώς επίσης να καταθέσει αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης.

Εν τούτοις θα πρέπει να τονισθεί ότι ποσό 500 περίπου εκατ. ευρώ θα βαρύνει εντέλει τον εθνικό προϋπολογισμό και τα ελλείμματα και επομένως την ελληνική κοινωνία. Και αυτό, χωρίς να συνυπολογίζονται επιπλέον πρόστιμα άνω των 220 εκατ. ευρώ το χρόνο, που παρακρατούνται από την ΕΕ για παραλείψεις και παρατυπίες των προηγούμενων χρόνων, που επίσης επιβαρύνουν τα ελλείμματα της χώρας.

Οι κοινοτικές επιδοτήσεις της ελληνικής γεωργίας ξεπερνούν τα 2,5 δις ευρώ κατ΄ έτος, πέραν των εθνικών χρηματοδοτήσεων του κλάδου. Τα ποσά αυτά, με συνετή και ασφαλή διαχείριση, αντιπροσωπεύουν το 40% του εισοδήματος των αγροτών και το 75% των γεωργικών επενδύσεων.

Απαιτείται ορθολογική χρησιμοποίηση των πόρων ώστε να μην διακυβεύεται η δυναμική ενός κλάδου, στον οποίο μπορεί να βασισθεί η επανεκκίνηση της οικονομίας.

Επιπλέον, η κακοδιαχείριση του δημόσιου χρήματος αποτελεί απαράδεκτη πρόκληση για όλους τους πολίτες, ιδιαίτερα μάλιστα σε περιόδους κρίσης, οι οποίοι καλούνται σε δυσβάστακτες θυσίες για τη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας».