Ένα αντι-λέιζερ, που απορροφά το φως αντί να το εκπέμπει, δημιουργήθηκε από ερευνητές στις ΗΠΑ. Αντί να απορροφά ηλεκτρική ενέργεια και να εκπέμπει ακτίνες φωτός όπως ένα λέιζερ, το αντι-λέιζερ κάνει το αντίστροφο, απορροφώντας φως και μετατρέποντάς το σε θερμότητα, η οποία εύκολα μπορεί στη συνέχεια να μετατραπεί σε ηλεκτρική ενέργεια.

Ένα συμβατικό λέιζερ - μία ώριμη πλέον τεχνολογία 50 ετών, που χρησιμοποιείται σε διάφορες εφαρμογές - παράγει μία ροή φωτονίων, τα οποία ενισχύονται κατάλληλα και μετά εξέρχονται από τη μία ή τις δύο άκρες της συσκευής με μορφή ακτίνας. Το 2010, ο φυσικός Ντάγκλας Στόουν του πανεπιστημίου Γιέιλ κατάφερε να αντιστρέψει τη διαδικασία θεωρητικά και, τώρα, η ίδια ομάδα ερευνητών του ίδιου πανεπιστημίου, χρησιμοποιώντας ένα κοινό υλικό (μία μικροσκοπική ράβδο πυριτίου 110 μικρομέτρων), που απορροφά το φως αντί να το ενισχύει, κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν το αντι-λέιζερ.

Το πυρίτιο απορρόφησε το 99,4% (θεωρητικά το ποσοστό μπορεί να αυξηθεί στο 99,999%) του εκπεμπόμενου σχεδόν υπέρυθρου φωτός με μήκος κύματος 998,5 νανομέτρων, μετατρέποντας το σε θερμότητα αντί σε ακτίνα λέιζερ.

Οι μελλοντικοί οπτικοί υπολογιστές μπορεί να χρησιμοποιούν φως για να μεταδίδουν σήματα (πληροφορίες) μεταξύ των υβριδικών επεξεργαστών τους, που δεν θα αποτελούνται μόνο από πυρίτιο και τρανζίστορ, αλλά θα χρησιμοποιούν τόσο φωτόνια όσο και ηλεκτρόνια. Το αντι-λέιζερ θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως «οπτικός διακόπτης» σε αυτήν την τεχνολογία επόμενης γενιάς, μετατρέποντας τα σήματα φωτός σε ηλεκτρικά.

Μελλοντικά, επίσης, το αντίστροφο λέιζερ μπορεί να εφαρμοστεί στην ακτινολογία, είτε για διαγνωστικούς, είτε για θεραπευτικούς σκοπούς, καθώς επίσης σε νέους υπερευαίσθητους αισθητήρες.

Οι ερευνητές διευκρίνισαν, πάντως, ότι το αντι-λέιζερ δεν μπορεί να αποτελέσει ασπίδα προστασίας από ένα κανονικό λέιζερ. «Αν ένα όπλο λέιζερ σας σημαδέψει, θα σας σκοτώσει», είπε ο Στόουν.

Η πρωτότυπη ανακάλυψη - κανείς δεν είχε σκεφτεί μέχρι σήμερα να αντιστρέψει τη διαδικασία ενός λέιζερ - παρουσιάστηκε στο περιοδικό «Science», σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, το BBC και το «Nature».

tovima.gr