Εβδομάδα σκληρών διαπραγματεύσεων ξεκινάει από σήμερα, με το PSI να έχει εισέλθει στην τελική ευθεία και με στόχο να κλείσει, εάν γίνει εφικτό, εντός της εβδομάδος. Ο κ. Νταλάρα επισκέπτεται εκ νέου την Αθήνα την ερχόμενη Τετάρτη, όμως εν τω μεταξύ οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση με επικεφαλής τον κ. Πέτρο Χριστοδούλου του ΟΔΔΗΧ και τους τραπεζίτες αρχίζουν από αύριο.

Το μεγαλύτερο αγκάθι στη διαπραγμάτευση, για την οποία έχει άμεση ενημέρωση και δυνατότητα παρέμβασης ο ίδιος ο πρωθυπουργός Λουκάς Παπαδήμος, εστιάζεται στο επιτόκιο των νέων ομολόγων που θα λάβουν οι πιστωτές μετά το κούρεμα.

Η πρόταση που μεταφέρει ο κ. Νταλάρα για λογαριασμό των τραπεζών, ζητά επιτόκιο πάνω από 5% και μέχρι 5,5%.

Το επιτόκιο αυτό, κατά το ΔΝΤ και τις ευρωπαϊκές χώρες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα χρηματοδότησης της Ελλάδος, θεωρούν ότι δεν καθιστά το χρέος βιώσιμο, πράγμα που σημαίνει ότι θα απαιτηθούν πρόσθετα κεφάλαια. Η αντιπρόταση, όπως εκφράσθηκε δια του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας κ. Σόιμπλε, βασίζεται σε αισθητά χαμηλότερο επιτόκιο από 2% έως 4% το ανώτερο, που απέρριψαν οι τραπεζίτες με αποτέλεσμα να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις την προηγούμενη εβδομάδα.

Η κυβέρνηση έχει στα χέρια της ένα ισχυρό μοχλό πίεσης, τα Cacs τις ρήτρες συλλογικής ευθύνης που δίνουν τη δυνατότητα σε περίπτωση μη ικανοποιητικής συμμετοχής να μετατρέψει την εθελοντική συμμετοχή σε υποχρεωτική. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει η συμμετοχή των ιδιωτών να μην ξεπερνά το 75%. Η ενεργοποίηση των Cacs σημαίνει πιστωτικό γεγονός και κανείς δεν μπορεί να προδικάσει ποιες θα είναι οι συνέπειες, πέραν του αποκλεισμού από τις αγορές που ήδη υφίσταται η Ελλάδα. Το υπουργείο Οικονομικών έχει έτοιμη την τροπολογία για τα Cacs την οποία πρέπει να ψηφίσει η Βουλή ώστε να συμπεριληφθεί στη συμφωνία για το PSI.


Η διαπραγμάτευση που ξεκινά σήμερα αναμένεται ιδιαίτερα σκληρή από την πλευρά των τραπεζών, διότι η αποδοχή χαμηλότερου επιτοκίου, αυξάνει σημαντικά τη σωρρευτική ζημία που θα υποστούν μετά το κούρεμα και η οποία μπορεί να φθάσει –ανάλογα με το επιτόκιο- μέχρι και 70%, αυξάνοντας σημαντικά τα κεφάλαια που θα απαιτηθούν για να καλύψουν τους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.