Η καταδίκη της Ελλάδας, από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβεβαιώνει, όπως αναφέρει με ανακοίνωσή του ο «Συνήγορος του Πολίτη» τις επισημάνσεις και προειδοποιήσεις που είχε απευθύνει προς τη διοίκηση σχετικά με την υπόθεση κακοποίησης αλλοδαπού από στελέχη του Λιμενικού Σώματος στα Χανιά, επισημάνσεις που αν λαμβάνονταν έγκαιρα υπόψη θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει αυτήν την καταδίκη.

Υπενθυμίζεται ότι το περιστατικό είχε σημειωθεί το 2001 κατά τη διάρκεια κράτησης 164 παράνομων μεταναστών στη Σχολή Εμπορικού Ναυτικού στη Σούδα και στη συνέχεια σε ειδικά διαμορφωμένο -με κάγκελα- χώρο στον παλιό αεροσταθμό Χανίων.

Τώρα, με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Zontul κατά της Ελλάδας, η χώρα μας υποχρεώνεται να καταβάλει 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη στον προσφεύγοντα καθώς και 3.500 ευρώ για δικαστικά έξοδα. Την υπόθεση δημοσιοποίησε στο Διαδίκτυο με δελτίο Τύπου το ίδιο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ανακοίνωση από τον «Συνήγορο του Πολίτη»

Σε σχετική ανακοίνωσή του, ο Συνήγορος του Πολίτη διευκρινίζει πως «δεν επιχαίρει για τη δικαίωση των επισημάνσεων του με αυτόν τον τόσο δυσάρεστο για την Ελλάδα τρόπο», επισημαίνει όμως ότι «η καταδίκη θα είχε αποφευχθεί αν η διοίκηση είχε εγκαίρως λάβει υπόψη τις εισηγήσεις του».

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση:

Με απόφαση του της 17ης Ιανουαρίου 2012 (υπόθεση Zontul) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση της απαγόρευσης βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης (άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Για την υπόθεση αυτή. όπως αναγράφεται και στο ίδιο το κείμενο της απόφασης, είχε προηγηθεί παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη, ο οποίος είχε επισημάνει σοβαρότατες πλημμέλειες στη διενεργηθείσα διοικητική έρευνα και είχε ρητά εισηγηθεί την επανάληψη της, προκειμένου να αξιοποιηθούν πρόσθετα ευρήματα της δικαστικής έρευνας, ιδίως δε η διαπίστωση βιασμού με χρήση αστυνομικής ράβδου.

Στην Ετήσια Έκθεση 2007 του Συνηγόρου του Πολίτη επισημάνθηκαν τόσο «η επίμονη άρνηση της ηγεσίας του Λιμενικού Σώματος και του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας [...] να απευθύνουν, ως ελάχιστη ένδειξη ότι αποδοκιμάζουν τέτοια φαινόμενα και δεσμεύονται για την αποτροπή τους στο μέλλον, επιστολή συγγνώμης», όσο και το γεγονός ότι «η εντελώς ανεπαρκής διοικητική διερεύνηση του περιστατικού είχε επιφέρει μάλλον αμελητέες, σε σχέση με τη σοβαρότητα του συμβάντος, κυρώσεις εις βάρος των δραστών».
Το ιστορικό της υπόθεσης που οδήγησε στην καταδίκη

Σύμφωνα με δημοσίευμα στο http://elawyer.blogspot.com/ «ο μετανάστης είχε επιβιβαστεί σ’ ένα πλοίο από την Κωνσταντινούπολη μαζί με άλλους 164. Το πλοίο κατελήφθη από το Λιμενικό Σώμα και οδηγήθηκε στο λιμάνι των Χανιών. Ο προσφεύγων ανέφερε ότι δύο λιμενικοί τον υποχρέωσαν να ξεντυθεί όσο ήταν στο μπάνιο κι ότι ένας από αυτούς τον απείλησε και τελικά τον βίασε με ένα γκλομπ.

Σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το συμβάν, οι κρατούμενοι προχώρησαν σε απεργία πείνας. Κάποιοι από τους λιμενικούς στη συνέχεια τους χτύπησαν, τους κατέβρεξαν με νερό κι ένα άλλο χημικό, ενώ έναν κρατούμενο τον έβαλαν να πηδάει σαν λαγός. Ο προϊστάμενος της Λιμενικής Υπηρεσίας -που δεν ήταν παρών στα περιστατικά- διέταξε έρευνα». Ο προσφεύγων ζήτησε να υποδείξει τον υπάλληλο που, σύμφωνα με την ιστοσελίδα, 'τον βίασε', αλλά το αίτημά του να εξεταστεί από τον γιατρό της υπηρεσίας απορρίφθηκε.

Ωστόσο, ο γιατρός εξέτασε τους κρατούμενους που ισχυρίστηκαν ότι χτυπήθηκαν και κατέγραψε ότι 16 από αυτούς είχαν σωματικές βλάβες. Πέντε από αυτούς οδηγήθηκαν στο Νοσοκομείο. Στις 8 Ιουνίου 2001, ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας επιβεβαίωσε ότι είχε ξεκινήσει εσωτερική διοικητική έρευνα. Στις 10 Ιουνίου οι μετανάστες μεταφέρθηκαν στο παλαιό αεροδρόμιο των Χανίων όπου τους επισκέφθηκαν εκπρόσωποι των Γιατρών του Κόσμου. Τον Ιούλιο οι μετανάστες έλαβαν έγγραφα ως αιτούντες άσυλο καθώς και εισιτήρια για να ταξιδεύσουν ως την Αθήνα και 5 δραχμές καθένας. Ο προσφεύγων δραπέτευσε από το λεωφορείο και πήγε μόνος του στην Αθήνα.

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα που επικαλείται την απόφαση του δικαστηρίου, «στις 14 Αυγούστου 2001 ένας ανώτερος λιμενικός υπέβαλε την έκθεση του σχετικά με τη διοικητική εξέταση της υπόθεσης. Η έκθεση βασίστηκε στα στοιχεία που κατέθεσε ο υπάλληλος, ο οποίος είχε πει ότι χτύπησε ελαφρά στα οπίσθια τον προσφεύγοντα με το γκλομπ του. Η έκθεση αποδεχόταν αυτή την κατάθεση ως πειστική, δεδομένου ότι δεν είχε καταγραφή κάποια σωματική βλάβη του προσφεύγοντος στα σχετικά αρχεία.

Ο φάκελος διαβιβάστηκε στον εισαγγελέα του Ναυτοδικείου Χανίων, ο οποίος κίνησε ποινική δίωξη στις 3 Οκτώβρη εναντίον πέντε λιμενικών. Όσον αφορά τον υπάλληλο που κατηγορεί ο προσφεύγων για τον βιασμό, παραπέμφθηκε για βίαιη επίθεση εναντίον της ανθρώπινης και σεξουαλικής αξιοπρέπειας. Η δίκη αναβλήθηκε δύο φορές'.

Στις 15 Νοεμβρίου 2003, ο προσφεύγων επικοινώνησε με τον Συνήγορο του Πολίτη. Ο τελευταίος έστειλε μια επιστολή στον υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας, ζητώντας του να διαταχθεί νέα πειθαρχική έρευνα'. Ο Συνήγορος του Πολίτη ανέφερε ότι η υπόθεση έθιγε την εικόνα και την τιμή της Λιμενικής Υπηρεσίας και έθετε σε αμφιβολία την ικανότητα της χώρας να διασφαλίσει τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Τον Φεβρουάριο του 2004 ο προσφεύγων έφυγε από την Ελλάδα και πήγε αρχικά στην Τουρκία και στη συνέχεια στο Λονδίνο. Ζήτησε ενημέρωση για την υπόθεσή του μέσω της ελληνικής Πρεσβείας.

Στις 15 Οκτώβρη 2004, το Ναυτοδικείο επέβαλε ποινές φυλάκισης -ορισμένες με αναστολή- σε πέντε λιμενικούς. Ο λιμενικός που κατηγορήθηκε από τον προσφεύγοντα καταδικάστηκε αρχικά σε 30 μήνες φυλάκιση για προσβολή σεξουαλικής αξιοπρέπειας. Στην εκδίκαση της έφεσης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μείωσε την ποινή του υπαλλήλου σε 6 μήνες φυλάκιση, η οποία τράπηκε σε πρόστιμο 792 ευρώ».

Η απόφαση του Δικαστηρίου

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι «μια τόσο σοβαρή πράξη διείσδυσης στο σώμα του θύματος αποτελεί βασανιστήριο».

Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι «δεν διεξήχθη επαρκής και αποτελεσματική έρευνα, αφού είχε απορριφθεί το αίτημα του προσφεύγοντος να εξεταστεί από γιατρό μετά τον βιασμό του καθώς και ότι το περιστατικό είχε καταγραφεί ανακριβώς ως 'ράπισμα' και 'άσκηση ψυχολογικής βίας'. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι με αυτά τα στοιχεία η έρευνα δεν ανταποκρίνεται στα πρότυπα που επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον λιμενικό ήταν ανεπαρκής, δεδομένου ότι είχε παραβιαστεί ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα.

Επιπλέον, οι Ελληνικές Αρχές δεν ενημέρωσαν τον προσφεύγοντα κατά τρόπον ώστε να του επιτραπεί να ασκήσει τα δικαιώματά του ως πολιτικώς ενάγων και να ζητήσει αποζημίωση».