Την αδυναμία τόσο των Ελλήνων όσο και της διεθνούς κοινότητας να σταθεροποιήσουν την κατάσταση στην Ελλάδα, παρά τις προσπάθειες που έχουν καταβληθεί, παραδέχεται η Γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, σε συνέντευξη που παραχώρησε σε έξι μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες.

Σύμφωνα με το κείμενο της συνέντευξης, που δημοσιεύει την Πέμπτη η Sueddeutsche Zeitung, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η Άνγκελα Μέρκελ αναφέρει ότι η περίπτωση της Ελλάδας είναι «ειδική» και τονίζει ότι υπάρχει ανάγκη να ηρεμήσει πρώτα η κατάσταση και να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των αγορών.

Απορρίπτει δε για μια ακόμη φορά τις εισηγήσεις για έκδοση ευρωομολόγου, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι κατάλληλη επιλογή για τη σημερινή κρίση και προσθέτει ότι μια τέτοια λύση ανάληψης μεγαλύτερης ευθύνης από κοινού, μπορεί κάνεις να την σκεφτεί μετά την επίτευξη βαθύτερης ολοκλήρωσης, αλλά όχι ως μέσο αντιμετώπισης της κρίσης.

Στα «θετικά» της κρίσης η Γερμανίδα καγκελάριος επισημαίνει το γεγονός ότι η Ευρώπη αναγκάστηκε να ανακαλύψει τις ρίζες των προβλημάτων της και εκφράζει τον σεβασμό της για τις χώρες, οι οποίες τον τελευταίο ενάμιση χρόνο έχουν καταβάλει απίστευτες προσπάθειες και έχουν προχωρήσει σε επώδυνες μεταρρυθμίσεις.

Εμφανίζεται πεπεισμένη ότι έχει βρεθεί καλή ισορροπία μεταξύ της αλληλεγγύης και της εθνικής ευθύνης και ότι η Ευρώπη θα είναι πολύ ισχυρότερη μετά την κρίση.

Η Άνγκελα Μέρκελ δηλώνει ότι στόχος της είναι η διάσωση του ευρώ και η διατήρηση της Ένωσης, αλλά παραδέχεται ότι «ακόμη και οι αγορές αντιδρούσαν πολύ αργά σε θέματα όπως το χάσμα της ανταγωνιστικότητας στην Ελλάδα. Επιπλέον, εμείς οι ίδιοι δεν σεβαστήκαμε το Σύμφωνο Σταθερότητας».

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικώς με το πώς αντιλαμβάνεται η ίδια την αλληλεγγύη μεταξύ των εταίρων, η Γερμανίδα καγκελάριος υπενθυμίζει ότι υπάρχει και η ευθύνη του καθενός.

«Δεν έχει νόημα να υποσχόμαστε συνεχώς περισσότερα χρήματα, αλλά να μην αντιμετωπίζουμε τα αίτια του προβλήματος», τονίζει και διευκρινίζει ότι και η Γερμανία δεν πρέπει να ξεπεράσει το όριο, καθώς οι δυνατότητές της δεν είναι ανεξάντλητες.

Η κυρία Μέρκελ εμφανίζεται, ωστόσο, πεπεισμένη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κινδυνεύει.

«Είναι όμως εμφανές ότι οι αγορές δοκιμάζουν αν είμαστε αποφασισμένοι για την συνοχή μας. Οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές, αυτοί που επενδύουν τα χρήματα για τον πολύ κόσμο, θέλουν να ξέρουν πού θα βρίσκεται η Ευρώπη έπειτα από 20 χρόνια. Θα εξακολουθήσει η Γερμανία, με την δημογραφική αλλαγή της, να είναι ανταγωνιστική;», λέει η Γερμανίδα Καγκελάριος και καλεί τους εταίρους της να αντιμετωπίσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ζήτημα εσωτερικής πολιτικής και όχι διπλωματίας.

Αναγνωρίζει βέβαια ότι τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης είναι λογικό να συνεργάζονται πιο στενά μεταξύ τους και υποστηρίζει ότι για να ενισχυθεί το κοινό νόμισμα πρέπει να δοθούν περισσότερες αρμοδιότητες στην Ένωση. «Πρέπει να βοηθήσουμε τα όργανα της Ένωσης να αποκτήσουν μεγαλύτερη δύναμη» λέει χαρακτηριστικά.

Η Γερμανίδα καγκελάριος προτείνει να αξιοποιηθούν για αναπτυξιακές πολιτικές σε ό,τι αφορά τους νέους, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την απασχόληση τα κονδύλια που παραμένουν αδιάθετα στα διαρθρωτικά ταμεία της Ένωσης και αναφέρεται σε ανέξοδους τρόπους ανάπτυξης, όπως η ελαστικοποίηση του Εργατικού Δικαίου κυρίως για τους νέους εργαζόμενους, το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, η ανάπτυξη των υπηρεσιών και οι αποκρατικοποιήσεις.

Σε όσους εκφράζουν φόβους για υπερβολικά ισχυρό ρόλο της Γερμανίας σε αυτή την Ευρώπη, η ίδια δηλώνει ότι παίρνει στα σοβαρά τις ανησυχίες, αλλά τις θεωρεί αβάσιμες.

Δεν διστάζει, ωστόσο, να παραδεχθεί ότι η Γερμανία είναι ένα σημαντικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αναλαμβάνει την ευθύνη που αυτό συνεπάγεται.


in.gr