Έχετε αργήσει στη δουλειά και ψάχνετε σαν τρελοί το κλειδί του αυτοκινήτου σας μέσα στο σπίτι. Το χειρότερο μέσα σε όλα αυτά είναι ότι ενώ συνεχίζετε να ψάχνετε σαν τρελοί, έχετε βρει τα κλειδιά εδώ και ώρα και τα κρατάτε στο χέρι σας χωρίς να το έχετε συνειδητοποιήσει. Για ποιον λόγο συμβαίνει αυτό; Ειδικοί από το Πανεπιστήμιο του Waterloo στο Οντάριο του Καναδά πιστεύουν τώρα ότι έχουν την απάντηση.

Όπως λένε, το σουρεαλιστικό αυτό «κυνήγι» κρυμμένων… θησαυρών που βρίσκονται όμως μπροστά στα μάτια μας, οφείλεται στο ότι τα συστήματα του εγκεφάλου που εμπλέκονται στη διαδικασία της αναζήτησης λειτουργούν σε διαφορετικές ταχύτητες. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο εγκέφαλος αποδεικνύεται… ασυγχρόνιστος καθώς το σύστημα που είναι υπεύθυνο για την αντίληψη εμφανίζει «χρονοκαθυστέρηση» σε σύγκριση με εκείνο που αφορά την κίνηση.

Σειρά πειραμάτων

Προκειμένου να διερευνήσουν το μοτίβο της αναζήτησης στον εγκέφαλο οι ερευνητές με επικεφαλής τον Γκρέιντεν Σόλμαν διεξήγαγαν μια σειρά πειραμάτων. Αρχικώς δημιούργησαν ένα απλό παιχνίδι σε υπολογιστή στο πλαίσιο του οποίου εθελοντές κλήθηκαν να ψάξουν μέσα σε μια σειρά σχημάτων που εμφανίζονταν στην οθόνη, ένα συγκεκριμένο σχήμα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ενόσω οι εθελοντές έπαιζαν το παιχνίδι ο υπολογιστής κατέγραφε τις κινήσεις τους. Όπως εξήγησε ο Σόλμαν «στο 10%-20% των περιπτώσεων οι εθελοντές δεν έβρισκαν το σχήμα που τους είχε ζητηθεί ενώ το είχαν ουσιαστικά εντοπίσει. Το ποσοστό αυτό μας φάνηκε μεγάλο».

Ετσι οι ειδικοί θέλησαν σε δεύτερη φάση να ανακαλύψουν για ποιον λόγο καταγραφόταν ένα τόσο μεγάλο ποσοστό… χαμένης αναζήτησης. Προχώρησαν σε περαιτέρω πειράματα. Στο πλαίσιο ενός από αυτά έδωσαν σε μια άλλη ομάδα εθελοντών μια λίστα αντικειμένων που έπρεπε να απομνημονεύσουν προτού τα αναζητήσουν σε οθόνη υπολογιστή. Στους εθελοντές ζητήθηκε να θυμούνται αυτή τη λίστα μετά το παιχνίδι. Η φιλοσοφία πίσω από αυτό το πείραμα ήταν να «γεμίσουν» οι ειδικοί τη βραχυπρόθεσμη μνήμη των συμμετεχόντων, ώστε εκείνοι να μη μπορούν να συγκρατήσουν καμία άλλη πληροφορία. Παρότι μια τέτοια κίνηση πιστευόταν ότι θα έχει αρνητική επίδραση στην απόδοση των εθελοντών κατά το παιχνίδι αναζήτησης, όπως προέκυψε δεν υπήρξε διαφορά στον αριθμό των λαθών που έκαναν αναζητώντας τα αντικείμενα στην οθόνη.

Ίδιος αριθμός λαθών

Στη συνέχεια η ομάδα του Σόλμαν θέλησε να ελέγξει εάν οι εθελοντές έδιναν τη δέουσα προσοχή στα αντικείμενα που έπρεπε να επιλέξουν. Δημιούργησε ένα νέο πείραμα στο πλαίσιο του οποίου χρησιμοποίησε μια σειρά από κάρτες που έφεραν επάνω τους σχήματα. Τα σχήματα όμως αυτά γίνονταν ορατά μόνο όταν ο εθελοντής μετακινούσε την κάρτα. Και σε αυτήν την περίπτωση καταγράφηκε ο ίδιος αριθμός λαθών.

Τέλος οι επιστήμονες ανέλυσαν τις κινήσεις που έκαναν οι συμμετέχοντες κρατώντας το ποντίκι του υπολογιστή ενώ έπαιζαν το παιχνίδι της αναζήτησης. Όπως σημειώνουν στο επιστημονικό περιοδικό «Cognition» ανακάλυψαν ότι οι κινήσεις τους ήταν πιο αργές όταν έχαναν τον στόχο τους.

Με βάση τα αποτελέσματα όλων αυτών των δοκιμασιών οι ερευνητές πιθανολογούν ότι το σύστημα του εγκεφάλου που εμπλέκεται στις κινήσεις «τρέχει» πολύ γρήγορα με αποτέλεσμα το οπτικό σύστημα να μη μπορεί να το ακολουθήσει. Στην πράξη αυτό μεταφράζεται ως εξής: ενώ εσείς αναζητάτε τα κλειδιά σας μέσα στο σπίτι, μπορεί να τα εντοπίσετε, ακόμη και να τα πιάσετε στα χέρια σας,  χωρίς το οπτικό σύστημά σας να συνειδητοποιήσει για ποιο αντικείμενο πρόκειται.

Ο εγκέφαλος κατεβάζει το «γκάζι» της κίνησης

Την ίδια στιγμή η επιβράδυνση των κινήσεων στο ποντίκι του υπολογιστή μαρτυρεί ως έναν βαθμό ότι οι εθελοντές είχαν συνειδητοποιήσει πως είχαν χάσει τον στόχο τους, σύμφωνα με τον δρα Σόλμαν. Η θεωρία αυτή ενισχύεται από άλλες μελέτες που έχουν δείξει ότι ο άνθρωπος τείνει να επιβραδύνει τις κινήσεις του όταν έχει προηγουμένως κάνει κάποιο λάθος, ακόμη και αν δεν έχει συνειδητοποιήσει το λάθος αυτό. Ο ερευνητής υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο αντανακλά την προσπάθεια που κάνει ο εγκέφαλος να «κατεβάσει το γκάζι» του κινητικού συστήματος ώστε το οπτικό σύστημα να… προλάβει τις εξελίξεις.

«Όπως φαίνεται το σύστημα κίνησης και το σύστημα αντίληψης δεν συντονίζονται. Και τα δύο προσπαθούν να βοηθήσουν το άτομο να βρει τα κλειδιά του αλλά δεν ‘συνεννοούνται’ καλά μεταξύ τους» ανέφερε σχολιάζοντας τα νέα ευρήματα ο Τοντ Χόροβιτς από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και προσέθεσε ότι η καινούργια γνώση έχει επίδραση σε πολλά επίπεδα: «Μπορεί να αφορά τόσο έναν γιατρό που κοιτά μια ακτινογραφία όσο και έναν υπεύθυνο ασφαλείας που εξετάζει το περιεχόμενο των αποσκευών σε κάποιο αεροδρόμιο ή δημόσιο κτίριο».