Αβάσιμες χαρακτηρίζει τις καταγγελίες του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας «για καταχρηστικές συμπεριφορές» και εκμετάλλευση «μονοπωλιακής θέσης» η εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Α.Ε.

Οπως επισημαίνουν τα ΕΛ.ΠΕ., η αγορά των ναυτιλιακών καυσίμων είναι πλήρως ανοικτή στον ανταγωνισμό, οι δε τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων στον Πειραιά είναι από τις χαμηλότερες της Μεσογείου.

«Η διάθεση ναυτιλιακών καυσίμων στην Ελλάδα γίνεται από όλα τα διυλιστήρια της χώρας (παραγωγής τους ή εισαγομένων), καθώς και απευθείας μέσω εισαγωγών από τις εταιρείες που διαθέτουν άδεια εμπορίας ναυτιλιακών καυσίμων. Οι διατυπώσεις του ΣΕΕΝ, ότι η Ελληνικά Πετρέλαια είναι ''μονοπωλιακός προμηθευτής ναυτιλιακών καυσίμων'', είναι αβάσιμες», σημειώνει η εταιρεία.

Ως παράδειγμα ανταγωνιστικότητας των τιμών της, τα ΕΛ.ΠΕ. σημειώνουν ως γεγονός πως «οι διεθνώς δημοσιευόμενες τιμές ναυτιλιακών καυσίμων (π.χ. Platt's) που ισχύουν για τον Πειραιά είναι, κατά κανόνα, από τις χαμηλότερες της Μεσογείου. Τo γεγονός αυτό, που είναι γνωστό στο ΣΕΕΝ, ουδόλως συνάδει με τις καταγγελίες για δήθεν ''καταχρηστικές συμπεριφορές'' της Ελληνικά Πετρέλαια».

Αναφορικά με την αλλαγή του τύπου του ναυτιλιακού καυσίμου που διαθέτει η Ελληνικά Πετρέλαια από προϊόν straight run με περιεκτικότητα σε θείο 1,5% σε προϊόν cracked με περιεκτικότητα σε θείο 1% από τον Ιανουάριο του 2012, είναι «επιβεβλημένη από αντικειμενικούς και καθαρά τεχνικούς και λειτουργικούς λόγους. Σημειώνεται ότι το νέο αυτό προϊόν καλύπτει πλήρως όλες τις διεθνείς προδιαγραφές των καυσίμων ναυτιλίας και χρησιμοποιείται σε όλες τις χώρες της Ε.Ε.».

Μάλιστα, όπως υπογραμμίζει η εταιρεία, εντός του 2011 ενημέρωσε όλες τις εταιρείες εμπορίας στην Ελλάδα ότι, από τον Ιανουάριο του 2012, δεν θα διαθέτει προς πώληση πλέον μαζούτ straight run με περιεκτικότητα 1,5% σε θείο, αλλά, αντί αυτού, θα διαθέτει εισαγόμενο μαζούτ με περιεκτικότητα σε θείο 1%, το οποίο θα καλύπτει πλήρως όλες τις διεθνείς και εγχώριες προδιαγραφές των ναυτιλιακών καυσίμων. Σημειώνεται ότι, μέχρι το 2011, η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα της Ευρώπης στην οποία γινόταν χρήση μαζούτ straight run ως καυσίμου ναυτιλίας.

Επιβεβλημένη αλλαγή

Η Ελληνικά Πετρέλαια υπογραμμίζει ότι έχει εξηγήσει ενδελεχώς στους πελάτες της τους λόγους για τους οποίους η αλλαγή αυτή ήταν επιβεβλημένη. Ειδικότερα, το διυλιστήριο Ελευσίνας, το μόνο στη χώρα που παρήγε μέχρι το 2011 μαζούτ straight run, έχει διακόψει τη λειτουργία του, εν όψει της επικείμενης αναβάθμισής του, ενώ, μετά την επαναλειτουργία του, δεν θα παράγει πλέον καθόλου μαζούτ.

Επίσης, η Ελληνικά Πετρέλαια δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να διασφαλίσει τη διάθεση μαζούτ straight run χαμηλού θείου από εισαγωγές, λόγω μη επαρκούς διαθεσιμότητας του προϊόντος αυτού στην διεθνή αγορά.

Τέλος, το διυλιστήριο του Ασπροπύργου δεν θα παράγει μαζούτ χαμηλού θείου και, ως εκ τούτου, το προτεινόμενο προς διάθεση μαζούτ θα είναι προϊόν cracked, με περιεκτικότητα σε θείο 1% εισαγωγής, του οποίου η ποιότητα είναι σχετικά ευρέως διαθέσιμη στη διεθνή αγορά.

Περιθώριο κέρδους

Αναφορικά με το περιθώριο κέρδους και τις αυξήσεις που κατάγγειλε ο ΣΕΕΝ, η ΕΛ.ΠΕ. τονίζει ότι, κατά τη μεταπώληση του εισαγόμενου προϊόντος, το περιθώριο είναι ελάχιστο.

Παρ' όλα ταύτα, προσθέτει η εταιρεία, η Ελληνικά Πετρέλαια, επιδιώκοντας όπως πάντα την επίτευξη του χαμηλότερου δυνατού κόστους καυσίμου για τη ναυτιλία, έχει ήδη προσφέρει σε όλες τις εταιρείες εμπορίας ναυτιλιακών καυσίμων, που επιθυμούν να πραγματοποιήσουν εισαγωγές στη χώρα μεγάλων φορτίων και να εφοδιάζουν τους πελάτες τους απευθείας χωρίς την παρεμβολή της Ελληνικά Πετρέλαια.

Αυτό γίνεται, δίνοντας πρόσβαση στις δεξαμενές της Ελληνικά Πετρέλαια και την εξυπηρέτησή τους σε τιμές κόστους και με την ανάληψη της υποχρέωσης τήρησης αποθεμάτων ασφαλείας για λογαριασμό τους.

Η θέση του ΣΕΕΝ

Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) έχει επισημάνει ότι τα ΕΛ.ΠΕ. ελέγχουν μονοπωλιακά την αγορά ναυτιλιακών καυσίμων και έχει ζητήσει να εξετασθεί ο τρόπος τιμολόγησης. Επίσης, σύμφωνα με τη διοίκηση του ΣΕΕΝ, η αύξηση των premium από πλευράς των ΕΛ.ΠΕ. κατά 40% σημαίνει επιπλέον κόστος 5 εκατ. δολ. το χρόνο για μια εταιρεία που καταναλώνει 250.000 τόνους καυσίμων.

naftemporiki.gr