Αν το άρωμα μιας γυναίκας που κάθεται δίπλα, σας προκαλεί πονοκέφαλο ή αν νιώθετε να σας τρώει η μύτη μόλις πατήσετε σε έναν χώρο που μόλις σφουγγαρίστηκε, τότε δεν είστε κατ' ανάγκη αλλεργικός, αλλά μάλλον υποφέρετε από χημική δυσανεξία.

Σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε από το Πανεπιστήμιο Umea της Σουηδίας, αρκετοί άνθρωποι πάσχουν από υπερευαισθησία στις οσμές. Συγκριτικά με άλλους ανθρώπους, δεν μπορούν να συνηθίσουν την αίσθηση μιας μυρωδιάς που τους χτυπάει τα ρουθούνια μόλις έρθουν σε επαφή μαζί της.
Οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν για παράδειγμα εισέρχονται σε κάποιο σπίτι ή σε ένα κτίριο, «ξεχνούν» πολύ σύντομα τη μυρωδιά του. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από χημική δυσανεξία νιώθουν τη μυρωδιά συνεχώς και δεν μπορούν να τη συνηθίσουν.

Στο σουηδικό πανεπιστήμιο, ερευνητές με επικεφαλής τον ψυχολόγο Λίνους Αντερσον διαπίστωσαν ότι οι εγκέφαλοι των ανθρώπων που εκδηλώνουν την υπερευαισθησία στις οσμές, παρουσίαζαν διαφορετικές αντιδράσεις από τους εγκεφάλους ανθρώπων χωρίς χημική δυσανεξία.

Τους παρακολούθησαν με τεχνικές απεικόνισης και με ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα. Διαπίστωσαν ότι όσοι «αρρωσταίνουν» από τις έντονες μυρωδιές διαθέτουν ένα διαφορετικό υπόβαθρο στον τρόπο με τον οποίο ρέει το αίμα προς τον εγκέφαλο. Το γνώρισμα αυτό, όπως λένε, είναι χαρακτηριστικό και στους ανθρώπους που υποφέρουν από χρόνιους πόνους σε διάφορα σημεία του σώματος.

Οι έντονες μυρωδιές όπως η καψικίνη που είναι βασικό συστατικό του καυτού τσίλι, επηρεάζουν όχι μόνο τους βλεννογόνους υμένες που βρίσκονται στη μύτη και στο στόμα αλλά και τη λειτουργία των εγκεφάλων τους. Τι προκαλεί αυτή την υπερευαισθησία δεν είναι ακόμα γνωστό.


(Τα Νέα)