Το είδος και η ποιότητα της τροφής που επιλέγουμε δεν καθορίζεται αποκλειστικά και μόνο από τις διατροφικές μας ανάγκες αλλά από πολλούς και διάφορους παράγοντες. Η οικονομική κατάστασηστην οποία βρισκόμαστε θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους, αφού καθορίζει πόσα χρήματα μπορεί ο καθένας μας να διαθέσει για την αγορά της τροφής του. Με βάση αυτά, έχουμε περισσότερες ή λιγότερες επιλογές σχετικά με τα τρόφιμα που τελικά τρώμε, είτε σε ποιοτικό, είτε σε ποσοτικό επίπεδο. Είναι γνωστό άλλωστε το ρητό «Οι πλούσιοι άνθρωποι δεν λιμοκτονούν και οι φτωχοί δεν τρώνε χαβιάρι».

Στη διατροφή μας, είναι πολύ σημαντική η κατανάλωση μακροθρεπτικών συστατικών, υδατανθράκων, λιπών και πρωτεϊνών, διότι παρέχουν ενέργεια και είναι απαραίτητα για τις λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος. Ωστόσο, οι άνθρωποι μπορούν να αντλούν ενέργεια από διάφορους συνδυασμούς των παραπάνων συστατικών. Αυτή η ευελιξίασυμβάλλει στην διακύμανση της κατανάλωσης των μακροθρεπτικών συστατικών και σεδιαφορές στα πρότυπα κατανάλωσης τροφίμων.

Πριν μερικά χρόνια, όταν το οικογενειακό εισόδημα αυξανόταν, είχε παρατηρηθεί ότι οι άνθρωποι ξόδευαν περισσότερα χρήματα για φαγητό, είτε αυξάνοντας την ποσότητα και την κατανάλωση τροφής τους, είτε αλλάζοντας τις διατροφικές τους συνήθειες και προσθέτοντας στη διατροφή τους περισσότερα φρούτα και λαχανικά. Επίσης, αύξησαν την κατανάλωση ψαριού. Κάποιες έρευνες μάλιστα, έδειξαν ότι οι άνθρωποι που κέρδιζαν αρκετά χρήματα από τη δουλειά τους, διέθεταν παραπάνω χρήματα και αγόραζαν βιολογικά προϊόντα. Το γενικό συμπέρασμα των μελετών, ήταν ότι οι άνθρωποι που κέρδιζαν αρκετά χρήματα από την εργασία τους, έκαναν στροφή προς την υγιεινή και σωστή διατροφή. Παράλληλα, παρατηρήθηκε ότι η αύξηση των εσόδων στα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα οδήγησε σε μεγάλες αλλαγές στην κατανάλωση, ενώ στα νοικοκυριά που είχαν ήδη αυξημένο εισόδημα, αντίστοιχη αύξηση του μισθού, δεν επέφερε καμία αλλαγή στην κατανάλωση τροφής.

Όμως, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, ολοένα και περισσότερες οικογένειες βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται δραματικά. Κάθε οικογένεια, εκτός από την τροφή της, έχει να πληρώσει για το ηλεκτρικό, το νερό, το τηλέφωνο, τις κάρτες ή τα δάνειά της, αλλά και για διάφορα άλλα βασικά έξοδά της. Μια χαμηλόμισθη οικογένεια πρέπει επομένως να επιλέξει μεταξύ του να προμηθευτεί τρόφιμα υψηλής ποιότητας, που είναι υγιεινά αλλά πολύ ακριβά ή να αγοράσει τρόφιμα που είναι φθηνότερα. Επιστημονικές έρευνες έδειξαν, ότι σε αντίθεση με τους υψηλόμισθους, οι χαμηλόμισθοι ακολουθούν μια διατροφή η οποία είναι βασισμένη κυρίως σε πιο οικονομικά τρόφιμα που έχουν σαν βάση τους υδατάνθρακες. Τέτοια τρόφιμα είναι το ρύζι και τα ζυμαρικά, το ψωμί και τα όσπρια.Επίσης, έχει παρατηρηθεί μειωμένη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, καθώς επίσηςψαριών και κρέατος.

Πολλές φορές μάλιστα, τα άτομα με χαμηλό εισόδημα καταφεύγουν σε φθηνά, αλλάπαχυντικά προϊόντα, πλούσια σε λίπος (συνήθως κορεσμένο). Η διατροφή που βασίζεται σε χαμηλό κόστος, τείνει να είναι υψηλή σε ενέργεια, αλλά ανεπαρκής σε θρεπτικά συστατικά. Αν, για παράδειγμα, τρώμε συχνά σάντουιτς ή μαγειρεύουμε για λόγους οικονομίας με λάδι που έχει χρησιμοποιηθεί πολλές φορές ή αν καταναλώνουμε πολύ συχνά ζυμαρικά, που είναι οικονομικά, η διατροφή μας δεν είναι ισορροπημένη. Ηχρόνια κατανάλωση τροφών που είναι φτωχές σε θρεπτική αξία, οδηγούν σε διάφοραπροβλήματα υγείας, όπως χοληστερίνη, υπέρταση, καρδιαγγειακές παθήσεις, διαβήτη και πολλές χρόνιες παθήσεις, που τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται ακόμη και σε παιδιά!

Όλα τα παραπάνω μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα χρήματα που βγάζει ένας άνθρωπος, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ποσότητα και την ποιότητα της διατροφής, τόσο του ίδιου, όσο και της οικογένειάς του.

mednutrition.gr