Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής ως προς τις εισαγωγές οσπρίων και κηπευτικών στη χώρα μας ,πατάτες ,καρότα ,κρεμμύδια και είδη διάφορα φρούτων, σε ποσοστά ιδιαίτερα υψηλά, που σε αρκετές των περιπτώσεων αγγίζουν το 70%. Ανάλογη είναι η κατάσταση στο χώρο των γαλακτοκομικών προϊόντων και των χυμών.

Εύλογα διερωτάται ο πολίτης, πώς οδηγηθήκαμε ως χώρα σε αυτό το σημείο, όταν η Ελλάδα με τη μοναδική γεωγραφική της θέση, τα γόνιμα εδάφη της σε συνδυασμό με το εκάστωτε μικροκλίμα κάθε περιοχής, μπορεί να αποδώσει προϊόντα υψηλής ποιότητας και εξαιρετικών οργανοληπτικών χαρακτηριστικών, αποφεύγοντας κάποια άλλα ευάλωτα ή συνηθισμένα τα οποία θα καλύπτουν αφενός την εγχώρια αγορά, αφετέρου θα μπορούν να βρεθούν στο δρόμο των διεθνών αγορών καθιστώντας τα ανταγωνιστικά.

Είναι προφανής και πολλαπλή η ευθύνη της πολιτείας. Υιοθέτησε την πολιτική των επιδοτήσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως μέσο χάραξης της αγροτικής πολιτικής, αλλά μονομερώς .Η Ελλάδα, ως μέλος κράτος της Ε.Ε δέχτηκε κατά το παρελθόν επιδοτήσεις τις οποίες ο αγροτικός παραγωγικός κόσμος χρειαζόταν απαραίτητα για την ενίσχυση της παραγωγικής διαδικασίας .Σε αυτό το σημείο, η έλλειψη σχεδιασμού από την πολιτεία ή και η άγνοια προκειμένου αυτές να αξιοποιηθούν κατάλληλα και στοχευόμενα, είναι αισθητή.

 Ο αγροτικός κόσμος σε πολλές περιπτώσεις τελούσε χωρίς την καθοδήγηση της πολιτείας σε θέματα επιδοτήσεων και χωρίς τη στοιχειώδη ενημέρωση ότι αποτελούν μέσο στήριξης της παραγωγής με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα.. Αδιαφόρησε για την αύξηση της παραγωγής και την ενίσχυση της οικονομίας μέσω αυτής ωθώντας τον αγροτικό κόσμο σε λύσεις, επιζήμιες πολλές φορές όπως είναι ο δανεισμός.

 Δηλαδή, αντί να αναζητηθούν τρόποι αύξησης παραγωγής και εισροής χρήματος μέσω της παραγωγής, ωθούσαν τους πολίτες στο δανεισμό. Αγνόησε τον καταλυτικό παράγοντα για τους αγρότες, της ενημέρωσής τους σε θέματα ανταγωνιστικότητας των προϊόντων τους από άλλες χώρες ,ώστε να στραφούν εγκαίρως και σε νέες καλλιέργειες. Πολύ περισσότερο δε, όφειλε να τις επιδοτήσει.

 Έτσι, δεν θα βρίσκονταν οι Έλληνες ελαιοπαραγωγοί, για παράδειγμα, προ εκπλήξεως και εκτεθειμένοι από την «πρωτιά» της Ισπανίας στη παραγωγή ελαιόλαδου ,όταν και για τη χώρα μας το ίδιο προϊόν αποτελεί τον πυλώνα της αγροτικής παραγωγής.

Οι παραπάνω πολιτικές επιλογές αποδεκάτισαν την αγροτική παραγωγή, «γονάτισαν» τον αγροτικό κόσμο και κατέστησαν τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα ασύμφορα. Είναι πραγματικά το υψηλό κόστος πολλών ελληνικών προϊόντων αυτό που έχει στρέψει πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα να τα προμηθεύονται όχι από ελληνικές εταιρείες παραγωγής αλλά με εισαγωγές τους από το εξωτερικό, όπου αρχικά είχαν εξαχθεί,πετυχαίνοντας με αυτό τον τρόπο χαμηλότερο κόστος αγοράς και έχοντας στη συνέχεια οι ίδιοι τη δυνατότητα για ευνοϊκότερες τιμές προς τους πελάτες τους .

Αναζητείται πλέον ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσαμε να αντιπαρέλθουμε αυτής της κατάστασης και να αντιστρέψουμε το κλίμα μπαίνοντας εκ νέου σε ρυθμούς ανάκαμψης της αγροτικής οικονομίας. Είναι προφανές ότι η πολιτεία οφείλει να παρέχει συνεχή και αδιάλειπτη στήριξη στους παραγωγούς και τα προϊόντα τους. Να «ανακαλύψει» δηλαδή τους τρόπους με τους οποίους τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα θα πρωταγωνιστήσουν και θα εδραιωθούν τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά .Η ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα αποτελεί μονόδρομο για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

 Η πτώση της αγροτικής παραγωγής είναι συνεχής, η οικονομική δυσπραγία ταλανίζει όλο και περισσότερους Έλληνες αγρότες και η Ελληνική πολιτεία πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Η Ελλάδα με τη μοναδική γεωγραφική της θέση, το μεσογειακό κλίμα -που παρά την αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών παραμένει ιδανικό για πολλές καλλιέργειες -και τα γόνιμα εδάφη της, μπορεί να επιδοθεί στην καλλιέργεια αγροτικών προϊόντων υψηλής ποιότητας, αποφεύγοντας κάποια άλλα ευάλωτα ή συνηθισμένα και να καταστεί ανταγωνιστική στη διεθνή αγορά.

Αρχικά πρέπει να υπάρξει εθνικός σχεδιασμός της αγροτικής παραγωγής και καλλιέργειας ενισχύοντας ταυτόχρονα τις παραγωγικές τάξεις. Όπως η δημιουργία ομάδων παραγωγών με κοινές καλλιεργητικές μεθόδους και παραγωγή προϊόντος καθώς και η λειτουργία νέων και υγειών οικονομικά αγροτικών συνεταιρισμών στα πρότυπα συγχρόνων εταιριών που θα προβάλλουν και θα προωθούν τα αγροτικά προϊόντα.

 Να λειτουργήσουν προγράμματα εκπαίδευσης των παραγωγών ανά κατηγορία, να ειδικευτούν οι παραγωγοί σε νέες καλλιέργειες υιοθετώντας ταυτόχρονα καινοτόμες μεθόδους παραγωγής και αξιοποιώντας όλες τις δομές και τα μέσα της σύγχρονης τεχνολογίας που απαιτούνται, για την επίτευξη του στόχου τους. Καταλυτικός σε αυτό το σημείο είναι ο ρόλος των ειδικών επιστημόνων όπως οι γεωπόνοι, οι οποίοι με την κατάρτισή τους θα καθοδηγήσουν τις παραπάνω προσπάθειες.

Αναμφισβήτητα, η ελληνική πολιτεία πρέπει να κινηθεί ταχύτατα στη σήμανση προϊόντων ως Π.Ο.Π. ή Ορεινά, για την πιστοποίηση των ελληνικών προϊόντων, την κατοχύρωση δηλαδή της εμπορικής τους ταυτότητας. Με αυτό τον τρόπο θα αποφευχθεί το παράδοξο, βασικά ελληνικά προϊόντα όπως το ελαιόλαδο του οποίου η παραγωγή πρωτοστατεί στην Κρήτη, να διατίθενται στις ξένες αγορές με τρόπο που του αφαιρεί την ταυτότητά του και ζημιώνοντας ανεπανόρθωτα την ελληνική οικονομία.

Επιπρόσθετα πρέπει να στραφεί η ελληνική παραγωγή στην ενίσχυση των τοπικών προϊόντων. Πολλές περιοχές της Ελλάδας παράγουν συγκεκριμένα προϊόντα ανυπέρβλητης ποιότητας και γεύσης τα οποία ,με τη σωστή διαχείρισή τους, μπορούν να γίνουν άριστοι πρεσβευτές της ελληνικής εικόνας στο εξωτερικό και ταυτόχρονα βασική πηγή ενίσχυσης της ελληνικής οικονομίας.

Η ποιότητα, οι ανταγωνιστικές τιμές και η σωστή προβολή , αποτελούν τις ασφαλείς δικλείδες για την επιτυχημένη πορεία τους. Αναγκαία κρίνεται βέβαια και η προώθηση κινήσεων όπως το "καλάθι Κρητικών προϊόντων" και η σήμανση ξενοδοχείων-εστιατορίων ως "Κρητική κουζίνα" με αυστηρά μόνο Κρητικά προϊόντα.

Η παράμετρος της ανάπτυξης της συλλογικότητας και σε αυτή την περίπτωση δημιουργεί αρκετές προσδοκίες για την πορεία προς την πρόοδο. Επιτακτική είναι η σύνθεση ομάδων προώθησης προϊόντων και η συμμετοχή αυτών σε εκθέσεις του εξωτερικού, ώστε να στηριχθεί ο τομέας των εξαγωγικών διαδικασιών με δομές που θα υποστηρίζουν με τεχνογνωσία τις ομάδες παραγωγών.

Επίσης η δημιουργία cluster επιχειρήσεων προϊόντων οι οποίες θα δρουν ανά χώρα και θα προωθούν τα προϊόντα αποτελεσματικά στις αγορές του εξωτερικού αναδεικνύοντας τη διατροφική τους αξία, την εξαιρετική φύση και ποιότητά τους λόγω του τόπου ή του τρόπου παραγωγής τους και την κατανόηση από τις ομάδες στόχου των σημαντικών πλεονεκτημάτων που συνεπάγονται.

Προχωρώντας δηλαδή η πολιτεία στις επενδυτικές εκείνες διαρθρώσεις που θα ενισχύσουν την παραγωγή, θα αναβαθμίσουν την ποιότητα της ζωής των αγροτών και θα ανατροφοδοτήσουν την ελπίδα και το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο, δημιουργεί μία σοβαρή επενδυτική βάση για τη χώρα. Οι νέοι αποκτούν κίνητρα για να επιστρέψουν στην περιφέρεια καθώς αυτή κρίνεται ελκυστική και αμβλύνεται η ανισότητα ανάμεσα στο κέντρο και την ύπαιθρο.

Ταυτόχρονα καλλιεργείται η συνείδηση της σοβαρής και υπεύθυνης αγροτικής παραγωγής που απαιτεί εκτός των άλλων, συνέπεια ,επιμονή και υπομονή προκειμένου να φανούν τα αποτελέσματα της σε ένα περιβάλλον ιδιαίτερα ανταγωνιστικό .Η προσήλωση και η πίστη στους στόχους πρέπει να είναι σταθερή και συνεχής από την πλευρά των παραγωγών οι οποίοι θα αποβλέπουν σε μακροπρόθεσμα οφέλη.

Πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον όπου τα συμφέροντα τα οποία διακυβεύονται είναι τεράστια, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν απρόβλεπτες δυσκολίες, προκλήσεις ή και απώλειες. Απεμπολώντας κάθε φόβο, σεβόμενοι τους κανόνες της διεθνούς αγοράς και έχοντας οπλιστεί με υπομονή θα καταφέρουν να αποκτήσουν το δικό τους μερίδιο σε αυτήν αργά και σταθερά και έχοντας το χρόνο σύμμαχό τους.

Τώρα είναι η ευκαιρία, τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα, σε συνθήκες ύφεσης και οικονομικής δυσχέρειας να αναδειχθούν σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, ανακτώντας τη χαμένη αξία τους και διεκδικώντας αξιόλογο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς. Εξάλλου δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι Έλληνες είναι λαός δημιουργικός και πρωτοπόρος, που κατορθώνει να υπερβεί τις όποιες δυσκολίες συναντά και να τις μετουσιώνει σε συνθήκες ανάπτυξης και ευημερίας.

Γιώργος Ματαλλιωτάκης
Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης, PhD, MSc
Διδάσκων Πολυτεχνείου Κρήτης