Πτωτικές τάσεις παρουσιάζει η συνολική εγχώρια κατανάλωση αλκοολούχων ποτών τα τελευταία χρόνια, με το ρυθμό μείωσης να είναι εντονότερος το 2010. Αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων σχετική μελέτη της ICAP Group για την αγορά των Αλκοολούχων Ποτών.

 Επίσης τονίζεται ότι έντονος είναι ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων λόγω πληθώρας προϊόντων και “brands”, ενώ η οικονομική κρίση έχει ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση της ζήτησης οινοπνευματωδών ποτών από την «κρύα» προς τη «ζεστή» αγορά.

Σύμφωνα με όσα αναφέρι η μελέτη: «Η εγχώρια παραγωγή αλκοολούχων ποτών αφορά κυρίως το ούζο, το τσίπουρο, τα λικέρ και το μπράντυ. Οι μεγάλες παραγωγικές μονάδες παρουσιάζονται αρκετά διαφοροποιημένες σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις του κλάδου, ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας και το δίκτυο διανομής τους.

Οι μικρές παραγωγικές μονάδες έχουν κυρίως βιοτεχνικό χαρακτήρα και το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους αφορά συνήθως το ούζο. Σχεδόν στο σύνολό τους, οι μεγάλες παραγωγικές μονάδες διαθέτουν εκτεταμένο δίκτυο διανομής των προϊόντων τους, που καλύπτει τη «ζεστή» και «κρύα» αγορά. Οι εξαγωγικές επιδόσεις του κλάδου αφορούν κυρίως το ούζο. Οι τελευταίες μεταβολές και προοπτικές εξέλιξης του κλάδου των Αλκοολούχων Ποτών παρουσιάζονται στην ένατη έκδοση της κλαδικής μελέτης που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τη Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της ICAP Group.

Ο εισαγωγικός τομέας «κυριαρχείται» από ορισμένες μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις, που είναι θυγατρικές πολυεθνικών εταιρειών. Οι εταιρείες αυτές διαθέτουν πανελλαδικά δίκτυα διανομής, μέσω των οποίων διοχετεύουν στην αγορά τα προϊόντα τους, καθώς και τα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων του κλάδου. Το μεγαλύτερο δε μέρος των εισαγωγών προέρχεται από χώρες της Ε.Ε».

Αναφερόμενη στην εξέλιξη της αγοράς αλκοολούχων ποτών καθώς και τη διάρθρωσή της ανά κατηγορία προϊόντων, η Διευθύντρια Οικονομικών - Κλαδικών Μελετών της ICAP Group, κ. Σταματίνα Παντελαίου, τόνισε τα εξής: «Η συνολική εγχώρια κατανάλωση αλκοολούχων ποτών (σε ποσότητα) καταγράφει μείωση της τάξης του 8% το 2010 σε σχέση με το 2009. Στο σύνολο της αγοράς, το ουίσκι καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνοντας ποσοστό περίπου 42% το 2010, ενώ ακολουθεί το ούζο με μερίδιο της τάξης του 23%. Στην τρίτη θέση με αρκετά μικρότερη ζήτηση βρίσκεται η βότκα και ακολουθούν τα λικέρ και τα μπράντυ, ενώ τη μικρότερη ζήτηση συγκεντρώνουν το τζιν και το ρούμι. Αναφορικά με τη διετία 2011-2012, πτωτικά αναμένεται να κινηθεί η κατανάλωση, με προβλεπόμενο μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 5%, σε ποσότητα».

Η τιμή πώλησης των αλκοολούχων ποτών, σε συνδυασμό με το διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που επιδρούν στη ζήτηση. Άλλοι σημαντικοί παράγοντες είναι η εξέλιξη του τουρισμού, η εποχικότητα, οι καταναλωτικές προτιμήσεις αλλά και η διαφήμιση.

Στα πλαίσια της μελέτης έγινε και χρηματοοικονομική ανάλυση επιχειρήσεων του κλάδου βάσει επιλεγμένων δεικτών. Με βάση τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 19 παραγωγικών επιχειρήσεων οινοπνευματωδών ποτών για την περίοδο 2009-2010, προκύπτει μείωση των συνολικών πωλήσεών τους κατά 2,2% και αύξηση των καθαρών κερδών κατά 6,6%.

Όσον αφορά τις εισαγωγικές επιχειρήσεις (δείγμα 11 αντιπροσωπευτικών εταιρειών), μείωση κατά 14,8% εμφανίζουν οι συνολικές πωλήσεις, ενώ μεγαλύτερη είναι η μείωση για τα καθαρά κέρδη (46,5%) την ίδια περίοδο.