Στα 30 δισ. ευρώ υπολογίζονται τα κεφάλαια που θα χρειαστούν οι ελληνικές τράπεζες για την επανακεφαλαιοποίησή τους, ωστόσο το ακριβές ποσό θα καθορισθεί αφού καταθέσουν τα business plan στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Τρεις είναι οι παράγοντες που θα προσδιορίσουν τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών, προκειμένου ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειάς τους να είναι στο 9% (core tier I).

Και συγκεκριμένα: Τα αποτελέσματα του PSI, η άσκηση της BlackRock, αλλά και με τα επιχειρηματικά σχέδια που η κάθε τράπεζα θα πρέπει να καταθέσει μέχρι το τέλος Μαρτίου στην ΤτΕ και θα αναφέρει τους τρόπους ενίσχυσης της κεφαλαιακής της βάσης.

Οπως είναι γνωστό, για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών η τρόικα έχει εγκρίνει τη διάθεση 30 δισ. ευρώ, που στη συνέχεια αυξήθηκαν σε 40 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, οι μέχρι σήμερα ενδείξεις κατατείνουν σε σημαντικά μικρότερες κεφαλαιακές ανάγκες, που αθροιστικά για το τραπεζικό σύστημα υπολογίζονται κάτω από τα 30 δισ. ευρώ.

Οι τράπεζες, λοιπόν, έχουν να αντιμετωπίσουν κυρίως τις απώλειες από το PSI. Η απομείωση του χαρτοφυλακίου των ομολόγων του ιδιωτικού τομέα, συνολικού ύψους 206 δισ. ευρώ, συμφωνήθηκε να είναι 50% στην ονομαστική αξία. Από το υπόλοιπο 50%, το 15% (του συνόλου) αναμένεται να δοθεί σε διετή ομόλογα του EFSF και το εναπομένον 35% σε 30ετή ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, με μεσοσταθμικό επιτόκιο στην περιοχή του 3,7%.

Με βάση τους κανόνες εποπτείας και κεφαλαιακής επάρκειας, τα νέα ομόλογα θα αποτιμηθούν σε τρέχουσες τιμές, με αποτέλεσμα η επιβάρυνση σε όρους καθαρής παρούσας αξίας να είναι της τάξης του 70% (ωστόσο θα πρέπει να αφαιρεθεί η επίπτωση 21% του αρχικού PSI του Ιουλίου, η οποία έχει ήδη εγγραφεί και αποτυπωθεί στα αποτελέσματα των τραπεζών). Αν τώρα συνυπολογιστούν η λογιστική και φορολογική μεταχείριση των ζημιών, η τελική πραγματική επιβάρυνση μπορεί να διαμορφωθεί σε ένα εύρος 58%-65%.

Οι ανάγκες για κεφάλαια που προκύπτουν λόγω της διαγνωστικής μελέτης της BlackRock, συνδέονται με τη διαχειριστική λειτουργία των τραπεζών, έχουν δηλαδή να κάνουν με τα δάνεια που χορηγούσαν και με ποια κριτήρια.

Αντίθετα, οι κεφαλαιακές ανάγκες λόγω του PSI έχουν να κάνουν με τον κίνδυνο του Ελληνικού Δημοσίου. Οι τράπεζες αγόραζαν ελληνικά ομόλογα σε μια προσπάθεια στήριξης του ελληνικού κράτους και ιδίως στη διετία 2007?2009 αύξησαν τις θέσεις τους σε ομόλογα, λειτουργώντας σταθεροποιητικά και συμβάλλοντας στην εύρυθμη χρηματοδότηση της οικονομίας, των επιχειρήσεων και του κράτους. «Κατά συνέπεια δεν θα ήταν εύλογο να τιμωρηθούν για την εμπιστοσύνη που έδειξαν στη χώρα και τη βοήθεια που παρείχαν σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία», επισημαίνουν οι τραπεζίτες.