Η ανεργία αποτελεί σύνθετο κοινωνικό-πολιτικό πρόβλημα που ταλανίζει όλες τις σύγχρονες κοινωνίες παγκοσμίως. Προφανώς δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, ωστόσο, λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας που πλήττει τη χώρα μας το πρόβλημα της ανεργίας έχει μεταλλαχθεί σε σύγχρονη γάγγραινα της κοινωνίας μας. Δεν πρέπει εντούτοις να αντιμετωπίζεται με οικονομικούς αποκλειστικά όρους.

Ας μη λησμονούμε πως υψηλό ποσοστό των ανέργων αποτελούν οι απόφοιτοι πανεπιστημίων, οι οποίοι δεν μπορούν να απορροφηθούν στην αγορά εργασίας, είτε λόγω της οικονομικής κρίσης είτε επειδή οι σπουδές και τα προσόντα τους δεν συνάδουν με την εργασία που τους προσφέρεται.

Ο προβληματισμός έγκειται όμως ακριβώς σε αυτό το σημείο. Υπάρχουν οι απαραίτητες δομές ή πλαίσια που θα συμβάλλουν στην ομαλή προσέγγιση της αγοράς εργασίας από την πλευρά των νέων ή της διασφάλισης κάποιου χρονικού διαστήματος για την περαιτέρω προσαρμογή τους;

Η αδυναμία του συστήματος να προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή, στις επιταγές της οικονομίας και στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς είναι πασιφανής. Ωστόσο, απαράβατη προϋπόθεση προόδου και ανάπτυξης αποτελεί η διερεύνηση της ελεύθερης αγοράς, η γνώση των κανόνων που τη διέπουν και η ικανότητα προσαρμογής ατόμων ή συστημάτων σ’αυτή. Δεν είναι τυχαίο ότι η Αμερική, η οποία στηρίζεται στην ελεύθερη αγορά, δραστηριοποιείται σε επιχειρήσεις ανά τον κόσμο, επιτυγχάνοντας με αυτόν τον τρόπο τη μέγιστη ανάπτυξη.

Βεβαια οι Έλληνες πολίτες στην πλειονότητά τους δεν έχουν γαλουχηθεί με έννοιες όπως, παραγωγικότητα ή επιχειρηματικότητα και απομακρύνονται από το ενδεχόμενο της δημιουργίας της προσωπικής τους επιχείρησης. Καθώς η σχέση του πολίτη με το κράτος είναι αμφίδρομη, είναι σαφές ότι για το παραπάνω, μερίδιο ευθύνης φέρει το ίδιο το κράτος καθώς δεν εξασφάλισε στους πολίτες του τους μηχανισμούς εκείνους που θα προωθούσαν την επιχειρηματικότητα, η οποία με τη σειρά της θα καρποφορούσε μέσα σε ένα σταθερό και ασφαλές επιχειρηματικό περιβάλλον.

Απουσιάζει δηλαδή η παιδεία αλλά και η διάθεση για καινοτόμες δράσεις επειδή ενέχουν το στοιχείο της αβέβαιης έκβασης και της επισφαλούς κερδοφορίας. Αντιθέτως, η αίσθηση μιας ασφαλούς στασιμότητας, όπως η εργασία ώς δημόσιος ή ιδιώτικός υπάλληλος, παρουσιάζεται ως προτιμητέα. Η κατάσταση ενδεχομένως θα ήταν διαφορετική, αν για παράδειγμα μπορούσε να καταστεί εμφανώς η αξία της ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας. Οι πλέον ειδήμονες του θέματος είναι οι ίδιοι οι επιχειρηματίες αφού η γνώση και η εμπειρία τους θα λειτουργήσουν καταλυτικά στους «εν δυνάμει» επιχειρηματίες.

Εύλογα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί, τι θα μπορούσε να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη που θα ωθούσε εκ νέου την ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα μπορεί και οφείλει να αποτελεί ένα σύγχρονο κράτος που, εκτός από κοιτίδα της δημοκρατίας και του πολιτισμού, μπορεί και να εδραιωθεί στο διεθνή οικονομικό στίβο με την «καλλιέργεια» της επιχειρηματικότητας, δημιουργώντας συνεχώς θέσεις εργασίας, αξιοποιώντας ευέλικτα, προσόντα και δεξιότητες και αναχαιτίζοντας εν τέλει, το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας και το σύγχρονο μεταναστευτικό ρεύμα που αυτή γέννησε.

Επιπροσθέτως, αναγκαίο κρίνεται να γίνουν βήματα προς την εγκαθίδρυση κλίματος εμπιστοσύνης και σεβασμού του κράτους προς τους επιχειρηματίες και τις δράσεις τους. Να μεταστραφεί δηλαδή το κλίμα της αναξιοπιστίας, που επιδεικνύει το κράτος προς τις επιχειρήσεις και να αποκατασταθεί το κύρος και το γόητρο του επιχειρηματία το οποίο έχει πληγεί ιδιαίτερα. Με βήματα, ορθώς σχεδιασμένα, μπορεί να αρθεί η καχυποψία η οποία είναι διάχυτη σήμερα στην κοινωνία και να επανακτήσει η επιχειρηματικότητα το απολεσθέν κύρος της.

Οι πολίτες έχουν απαξιώσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και τις έχουν καταγράψει στη συνείδησή τους ως πράξεις αδιαφανείς, άνομες και συχνά εμπλεκόμενες με παράνομα κέρδη. Η συνύπαρξη αυτής της απαξιωτικής αντίληψης με την εφησυχαστική νοοτροπία του συνεχούς δανεισμού, είχε ως αποτέλεσμα την αδρανοποίηση των πολιτών και την απόλυτη αγκύλωση τους στη φιλοσοφία της κατανάλωσης χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε μορφή παραγωγής.

Ωστόσο, της άποψης αυτής αντιπαρέρχεται εκείνη που ωθεί στην ανάπτυξη εντός της χώρας αλλά και εκτός συνόρων. Το «άνοιγμα» έξω από τα στενά σύνορά μας και η επέκταση-κατάκτηση των διεθνών αγορών με την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και την παροχή υπηρεσιών, μπορεί να συμβάλλει ιδιαίτερα στην κατάκτηση ενός εθνικού στόχου όπως είναι η μείωση της ανεργίας και η έξοδος από την κρίση.

Ας μην ξεχνάμε όμως και τον ανταγωνισμό, ο οποίος αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα ιδιαίτερα στην ανάπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Από έρευνες αποδεικνύεται ότι οι πολίτες που ξεκινούν τη νέα και ενδεχομένως μικρή επιχείρησή τους, αντιμετωπίζουν με αγωνία τους ανταγωνιστές τους, για την έκβαση της δικής τους επιχείρησης. Αυξάνοντας όμως κάποια πλεονεκτήματα τους έναντι των άλλων, όπως για παράδειγμα το χαμηλότερο κόστος των υπηρεσιών, την τεχνολογία που θα προτάξουμε, είτε το εξειδικευμένο προσωπικό, μπορούν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος και να εξισορροπήσουν τα πράγματα.

Αποτιμώντας την κατάσταση γίνεται αντιληπτό ότι δεν υπάρχουν ερείσματα στην «καλλιέργεια» του επιχειρηματικού πνεύματος που θα παράξει στη συνέχεια επιχειρηματικές δράσεις. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα εξακολουθεί να καλλιεργεί το ακαδημαϊκό πνεύμα ενώ πρέπει να ενισχύσει την επιχειρηματική συνείδηση. Και επειδή οι εκπαιδευτικές δομές δεν αλλάζουν εύκολα, μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις όπως σεμινάρια, που θα βοηθήσουν τους βασικούς πόλους της ανάπτυξης, τους νέους, τους κοινωνικούς φορείς και τους επιχειρηματίες να συνεργαστούν καλύτερα.

Διότι στόχος δεν είναι ο εφοδιασμός των νέων μόνο με γνώσεις και επιστημονική κατάρτιση ώστε να μπορούν να βρούν εργασία, αλλά να μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους επιχείρηση, τη δική τους δουλειά.

Γιώργος Ματαλλιωτάκης
Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης, PhD, MSc
Διδάσκων Πολυτεχνείου Κρήτης