Ένα νέο πολυνομοσχέδιο για την εφαρμογή των μέτρων του Μνημονίου 2, τη ριζική αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους πέρα από το PSI και η δημιουργία ενός δεσμευμένου λογαριασμού για την πληρωμή τοκοχρεωλυσίων, είναι οι τρεις προϋποθέσεις που θέτουν οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, ώστε να εγκρίνουν το νέο πακέτο βοήθειας προς την Ελλάδα.

Μετά το τέλος της χθεσινής τηλεδιάσκεψης ο επικεφαλής του Eurogroup Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, είπε ότι την ερχόμενη Δευτέρα το συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών θα είναι σε θέση να λάβει όλες τις απαιτούμενες αποφάσεις για την Ελλάδα.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία στη δήλωση του κ. Γιούνκερ είναι αυτό που είπε πως  απαιτούνται ακόμη «κάποιες διευκρινίσεις» σε ό,τι αφορά τους ειδικούς μηχανισμούς που θα προβλεφθούν για την ενίσχυση του ελέγχου της εφαρμογής του προγράμματος και να «διασφαλιστεί ότι προτεραιότητα θα δίνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους».

Την Κυριακή θα συνεδριάσει το Euro Working Group, δηλαδή η Ομάδα Εργασίας του Eurogroup, όπου θα τεθούν τα θέματα σχετικά με τη νέα δανειακή σύμβαση και το PSI.

Και όλα αυτά την ώρα που η γερμανική κυβέρνηση (και κυρίως ο υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε) σε αγαστή συνεργασία με τις κυβερνήσεις της Ολλανδίας και της Φινλανδίας διακινούν σενάρια για αναβολή του πακέτου στήριξης μέχρι τις εκλογές στην Ελλάδα, έχοντας προ καιρού «σπάσει» ακόμα και το ταμπού της εξόδου μίας χώρας από το ευρώ.

Στο ίδιο πλαίσιο, εντάσσονται οι δηλώσεις ότι οι χώρες αυτές είναι έτοιμες να αντιμετωπίσουν και την περίπτωση ελληνικής χρεοκοπίας.

Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις προϋποθέσεις των δανειστών, το νέο πολυνομοσχέδιο αναμένεται μέχρι τα τέλη του μηνός.

Για το δημόσιο χρέος, στη μελέτη που παρουσίασε το ΔΝΤ προκύπτει ότι θα μειωθεί στο 128% περίπου του ΑΕΠ έως το 2020, έναντι του «στόχου» για 120% του ΑΕΠ.

Ενδέχεται αυτός ο «στόχος» να αναθεωρηθεί στο 125% του ΑΕΠ, ωστόσο και πάλι λείπουν κεφάλαια, τα οποία θα πρέπει να βρεθούν είτε από τους ιδιώτες πιστωτές (με μεγαλύτερο «κούρεμα»στα ομόλογα), είτε από την ΕΚΤ (έχει ελληνικά ομόλογα 50 δισ. ευρώ περίπου), είτε απόι τα κράτη της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ.

Το θέμα του ειδικού, δεσμευμένου λογαριασμού στον οποίο θα μεταφέρονται δημόσια έσοδα, τα οποία θα χρησιμοποιούνται για την πληρωμή τοκοχρεωλυσίων και στη συνέχεια οι πιστωτές θα καταβάλλουν το αντίστοιχο ποσό, «ώστε να μην δίνονται πλέον χρήματα υπό τη μορφή προκαταβολών προς την Ελλάδα», θα κυριαρχήσει την Κυριακή στο Euro Working Group (στο οποίο συμμετέχουν ανώτερα στελέχη των υπουργείων Οικονομικών της Ευρωζώνης).

Εφόσον υπάρξει συμφωνία, το Eurogroup την Δευτέρα θα ανάψει το πράσινο φως για να ξεκινήσει το PSI, το οποίο αναμένεται να ολοκληρωθεί στις αρχές Μαρτίου. Μέχρι τότε τα εθνικά κοινοβούλια θα έχουν, εκτός απροόπρου, ψηφίσει για το νέο δάνειο και οι τράπεζες θα λάβουν τα 30 δισ. ευρώ για τη συμμετοχή τους στο PSI.

Εν συνεχεία, οι ελληνικές τράπεζες θα λάβουν περί τα 30 δισ. ευρώ για την επανακεφαλαιοποίησή τους (το καθαρό ποσό είναι 23 δισ. συν άλλα 7 πιθανώς για τις λεγόμενες «bad banks») και το Δημόσιο 15 δισ. ευρώ για το ομόλογο της 20ης Μαρτίου και τα τοκοχρεωλύσια του πρέπει να πληρώσει μέσα στο μήνα.

Αυτό που αποτελεί ερωτηματικό είναι το τι θα γίνει με το ομόλογο των 14,435 δισ. ευρώ που λήγει στις 20 Μαρτίου (στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθούν και 620 εκατ. ευρώ περίπου σε τόκους).

Εάν είχε κλείσει ήδη η νέα δανειακή σύμβαση και το PSI, το ομόλογο αυτό θα πληρωνόταν στο 50%, για την ακρίβεια το Δημόσιο θα το αντάλλαζε με ένα νέο ελληνικό ομόλογο στο 35% της ονομαστικής αξίας του, συν το άλλο 15% σε βραχυπρόθεσμα ομόλογα του EFSF (διάρκειας έως 2 ετών).

Η στάση της ΕΚΤ

Τώρα, όμως, δεν είναι ακόμα σαφές τι θα γίνει. Το τελευταίο διάστημα κυκλοφορούν ορισμένες εκτιμήσεις που κάνουν λόγο για τη χορήγηση ενός δανείου-γέφυρα, ώστε να καλυφθούν αυτά τα ποσά.

Σημειώνεται ότι σε αυτό το ομόλογο εικάζεται ότι έχει κτίσει σημαντική θέση και η ΕΚΤ.

Αν η ΕΚΤ «παραιτηθεί των κερδών της» από το συγκεκριμένο ομόλογο, η Ελλάδα θα έχει τη δυνατότητα να το επαναγοράσει στην τιμή κτήσης, μειώνοντας περαιτέρω το χρέος.

Σημειώνεται ότι, όπως αναφέρουν αρμόδιες πηγές, η διανομή των κερδών της ΕΚΤ δεν είναι κάτι ασυνήθιστο, αλλά συμβαίνει κάθε χρόνο, όταν βεβαίως υπάρχουν κέρδη.

Αυτά τα ποσά κατανέμονται μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών, ανάλογα με τη συμμετοχή τους στο μετοχικό κεφάλαιο της ΕΚΤ.

Στα περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωζώνης υπάρχουν ρυθμίσεις που επιτρέπουν τη μεταφορά αυτών των ποσών στους μετόχους τους, δηλαδή τα κράτη, και συνεπώς αν θέλουν οι κυβερνήσεις να περάσουν αυτά τα κεφάλαια στην Ελλάδα είναι θέμα δικής τους πολιτικής απόφασης.

 

in.gr