Η οικονομία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο ανάπτυξης μιας χώρας. Ιδιαίτερα στις μέρες αυτές, άπτεται του ενδιαφέροντος των περισσότερων Ελλήνων καθώς αποτελεί το φλέγον και μείζον θέμα της επικαιρότητας. Αλλεπάλληλες συζητήσεις λαμβάνουν χώρα ανάμεσα σε απλούς ανθρώπους και πλήθος ενημερωτικών εκπομπών εξαντλούν τη θεματολογία τους σε αυτήν, σημειώνοντας υψηλά ποσοστά ακροαματικότητας.

Στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της οικονομικής ύφεσης σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η κοινή γνώμη. Πολυσήμαντες και ποικίλες οι παράμετροι που την διαμορφώνουν, ως εκ τούτου, καθόλου αμελητέες. Ο κόσμος, μέσα στο γενικότερο κλίμα της σύγχυσης και της ανασφάλειας που διάγει νιώθει την ανάγκη και συχνά απαιτεί, να ενημερωθεί για την κατάσταση της χώρας, να γίνει δηλαδή κοινωνός του προβλήματος στο σύνολό του και όχι μόνο στην αντιμετώπισή του. Πρόκειται για θεμιτή αντίδραση και ενδεχομένως μοναδική ευκαιρία να αντιστραφεί το αρνητικό κλίμα των ημερών και η απαξίωση του κράτους.

Εύλογα θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί, τι θα μπορούσε να αποτελέσει την κινητήριο δύναμη που θα ωθούσε εκ νέου την ελληνική οικονομία. Οφείλουμε σε αυτό το σημείο να επανεξετάσουμε την ταυτότητά μας, ως λαός και ποια θέση θέλουμε να «καταλάβουμε» στο σύγχρονο πολιτικο-οικονομικό γίγνεσθαι.

Η Ελλάδα μπορεί και οφείλει να αποτελεί ένα σύγχρονο κράτος που, εκτός από κοιτίδα της δημοκρατίας και του πολιτισμού, μπορεί και εδραιωθεί στο διεθνή οικονομικό στίβο με την καλλιέργεια της επιχειρηματικότητας, τα προσοδοφόρα αποτελέσματα της ανάπτυξης αλλά και την κάλυψη όλων των αναγκών των πολιτών της, δημιουργώντας συνεχώς θέσεις εργασίας, αξιοποιώντας ευέλικτα, προσόντα και δεξιότητες και αναχαιτίζοντας εν τέλει, το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας και το σύγχρονο μεταναστευτικό ρεύμα που αυτή γέννησε.

Το «άνοιγμα» έξω από τα στενά σύνορά μας και η επέκταση-κατάκτηση των διεθνών αγορών με την παροχή υπηρεσιών ή την εξαγωγή εγχώριων προϊόντων, μπορεί να συμβάλλει ιδιαίτερα στην κατάκτηση ενός εθνικού στόχου όπως είναι ο παραπάνω.

Ο ανταγωνισμός βέβαια είναι σκληρός και ανηλεής πολλές φορές. Γι΄αυτό το λόγο η οποιαδήποτε προσπάθεια καταβληθεί, οφείλει να διαθέτει πλεονεκτήματα που θα αφορούν είτε την ποιότητα των προϊόντων, είτε την ιδιαιτερότητα και τη μοναδικότητά τους, είτε την τεχνολογία που θα προτάξουμε, είτε το εξειδικευμένο προσωπικό, ή τέλος το χαμηλό κόστος παραγωγής. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνουμε την ανταγωνιστικότητα και η χώρα καθίσταται «ελκυστική» για εγχώριες αλλά και ξένες επενδύσεις.

Βέβαια οι πολίτες για διάφορους λόγους έχουν απαξιώσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και τις έχουν καταγράψει στη συνείδησή τους ως πράξεις αδιαφανείς, άνομες και συχνά εμπλεκόμενες με παράνομα κέρδη. Η συνύπαρξη αυτής της απαξιωτικής αντίληψης με την εφησυχαστική νοοτροπία του συνεχούς δανεισμού, είχε ως αποτέλεσμα την αδρανοποίηση των πολιτών και την απόλυτη αγκύλωση τους στη φιλοσοφία της κατανάλωσης χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε μορφή παραγωγής. Ωστόσο, της άποψης αυτής αντιπαρέρχεται εκείνη που ωθεί στην ανάπτυξη εντός της χώρας αλλά και εκτός συνόρων.

Αν μελετήσει κάποιος τις αναπτυγμένες οικονομίες στον υπόλοιπο κόσμο θα διαπιστώσει εύκολα ότι μια παράμετρος της επιτυχίας αποτελεί η αγαστή συνεργασία που έχει επιτευχθεί ανάμεσα στις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις των χωρών αυτών. Μη κοινοβουλευτικές οργανώσεις με οικολογικές ευαισθησίες αλλά και άλλοι φορείς έχουν επιτύχει την κοινά αποδεκτή λύση με οικονομικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα είναι οι βιομήχανοι.

Όλοι κινούνται με γνώμονα την ανάπτυξη της χώρας, με σεβασμό πάντα προς το φυσικό περιβάλλον αναζητώντας τη χρυσή τομή.

Αυτή η «επιτυχία» μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση καθώς θα βοηθούσε να αποβάλλουμε τον αρνητισμό και την υπερβάλλουσα αυστηρότητα που συχνά καταστρατηγεί τα πάντα.

Γιώργος Ματαλλιωτάκης
Δρ. Μηχανικός Παραγωγής & Διοίκησης, PhD, MSc
Διδάσκων Πολυτεχνείου Κρήτης