O οίκος Standard & Poor's υποβάθμισε την Ελλάδα στην  κατηγορία SD (Selective Default), δηλαδή σε  καθεστώς επιλεκτικής χρεοκοπίας, αιτιολογώντας την απόφασή του επικαλούμενος την επίσημη ανακοίνωση από τη χώρα μας της πρόσκλησης για το PSI αλλά και εστιάζοντας στην εισαγωγή της ρήτρας συλλογικής ευθύνης (CACs).

H S&P είχε ως προηγούμενη  βαθμίδα αξιολόγησης για την  Ελλάδα την κατηγορία «CC» αναφορικά με το μακροπρόθεσμο χρέος και την κατηγορία «C» για το βραχυπρόθεσμο.

«Η ενεργοποίηση των CACs έχει στόχο να δεσμεύσει όλους  τους κατόχους συγκεκριμένων σειρών τίτλων να τροποποιήσουν τις οφειλόμενες  προς αυτούς πληρωμές σε περίπτωση που μια προκαθορισμένη απαρτία πιστωτών συμφωνήσει να γίνει αυτό», σημειώνει στην ανακοίνωση της η S&P. «Σύμφωνα με τη γνώμη μας η αναδρομική εισαγωγή των CACs ουσιωδώς αλλάζει τους αρχικούς όρους των χρεών που αφορά και αποτελεί την έναρξη αυτού που εκτιμούμε ότι αποτελεί υπό πίεση (distressed) αναδιάρθρωση χρέους».

Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός  πως μετά την εξέλιξη αυτή, η  ελληνική οικονομία γίνεται ουσιαστικά η πρώτη «εν λειτουργία χρεοκοπημένη» στον πλανήτη, τουλάχιστον με την τυπική έννοια της αξιολόγησης!

Σε κάθε περίπτωση  η Standard & Poor's τονίζει πως «η Ελληνική Δημοκρατία θα παραμείνει στην αξιολόγηση “SD” όσο διάστημα θα παραμένει ανοιχτή η προσφορά του PSI» αλλά και πως «μετά την ολοκλήρωση του PSI η Ελληνική Δημοκρατία αναμένεται να επαναξιολογηθεί ανοδικά».

Από την πλευρά του  το υπουργείο Οικονομικών σε ανακοίνωσή του τονίζει:

Όπως ήταν αναμενόμενο, η S&P προχώρησε στην υποβάθμιση της  Ελλάδας σε βαθμίδα “SD” και  τον κατάλογο των επιλέξιμων τίτλων του PSI σε βαθμίδα “D”, λόγω της νομοθετικής εισαγωγής των CACs (ρήτρες συλλογικής δράσης) στα ομόλογα ελληνικού δικαίου και της έναρξης της μεγάλης έκτασης εθελοντικής προσφοράς του PSI.

Η κίνηση αυτή είχε ανακοινωθεί  εκ των προτέρων και όλες οι επιπτώσεις της έχουν προβλεφθεί, σχεδιαστεί και αντιμετωπιστεί με τις σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Eurogroup. Η αξιολόγηση αυτή δεν έχει καμία επίπτωση στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα καθώς η όποια επίδρασή της στην ρευστότητα έχει ήδη αντιμετωπιστεί από την Τράπεζα της Ελλάδας και μετέπειτα από το EFSF.

 

protothema.gr